Η Geotab ανέλυσε πάνω από 22.000 αυτοκίνητα και καταλήγει ότι ο ρυθμός φθοράς επηρεάζεται κυρίως από τον τρόπο φόρτισης.
Η διάρκεια ζωής των μπαταριών παραμένει ένα από τα βασικά ερωτήματα που απασχολούν όσους σκέφτονται να στραφούν στην ηλεκτροκίνηση, είτε για προσωπική χρήση είτε στο πλαίσιο διαχείρισης στόλων. Παρότι οι κατασκευάστριες προσφέρουν πλέον εκτεταμένες εγγυήσεις, συχνά έως και 8 χρόνια ή 160.000 χλμ, στην πράξη η απόδοση των μπαταριών επηρεάζεται από μια σειρά παραγόντων.
Η Geotab, μια εταιρεία με τεχνογνωσία στον τομέα της τηλεματικής και της ανάλυσης δεδομένων από στόλους, παρουσίασε μια από τις πιο εκτενείς μελέτες του είδους, βασισμένη σε πραγματικά δεδομένα λειτουργίας από 22.700 ηλεκτρικά αυτοκίνητα που ανήκουν σε στόλους και προέρχονται από 21 διαφορετικές μάρκες και μοντέλα.
Η βασική διαπίστωση είναι ότι η μέση ετήσια φθορά των στοιχείων της μπαταρίας αγγίζει το 2,3%. Με άλλα λόγια, κάθε χρόνο, το αυτοκίνητο χάνει ένα μικρό αλλά μετρήσιμο ποσοστό από τη διαθέσιμη χωρητικότητα της μπαταρίας του, κάτι που σε βάθος χρόνου επηρεάζει την αυτονομία.
Ένα ηλεκτρικό που χρησιμοποιείται επί δέκα έτη, θα έχει κατά μέσο όρο χάσει περίπου το 25% της αρχικής του χωρητικότητας. Αν και αυτός ο ρυθμός φθοράς δεν είναι από μόνος του ανησυχητικός, δείχνει τη σημασία που έχει ο τρόπος φόρτισης, ειδικά όταν ο στόχος είναι η διατήρηση της απόδοσης σε βάθος χρόνου.
Η Geotab παρατήρησε ότι η χρήση ταχυφόρτισης με ισχύ άνω των 100 kW αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα που επιβαρύνει την μπαταρία. Σε αυτοκίνητα που φορτίζονται τακτικά με τόσο υψηλή ισχύ, η φθορά μπορεί να φτάσει έως και το 3% τον χρόνο. Αντίθετα, όταν η φόρτιση γίνεται κυρίως με εναλλασσόμενο ρεύμα (AC), δηλαδή μέσω wallbox ή απλής οικιακής πρίζας, ο ρυθμός φθοράς μειώνεται σημαντικά και φτάνει έως το 1,5%.
Για διαχειριστές στόλων και επαγγελματίες οδηγούς, αυτή η διαφορά μπορεί να μεταφραστεί σε σημαντικά μεγαλύτερη διάρκεια ζωής για το ίδιο αυτοκίνητο, καθώς και σε μικρότερο λειτουργικό κόστος, αφού η ταχυφόρτιση συχνά είναι και ακριβότερη ανά kWh.
Η έρευνα διαχωρίζει τους χρήστες με βάση τη συχνότητα και την ισχύ των φορτίσεων DC:
- Όταν λιγότερο από το 12% των φορτίσεων γίνεται σε ταχυφορτιστές DC, ο μέσος ετήσιος ρυθμός φθοράς είναι μόλις 1,5%.
- Όταν το ποσοστό αυτό ξεπερνά το 12%, η φθορά ανεβαίνει στο 2,5%.
- Αν πρόκειται για φορτίσεις με ισχύ κάτω των 100 kW, ο ρυθμός φθοράς είναι 2,2% (σε περιπτώσεις όπου αυτές ξεπερνούν το 40% του συνόλου).
- Όταν πάνω από το 40% των φορτίσεων γίνεται με ισχύ άνω των 100 kW, ο ετήσιος ρυθμός φθοράς φτάνει το 3%.
Η μελέτη της Geotab κατηγοριοποίησε τα οχήματα ανάλογα με τη συχνότητα χρήσης της ταχυφόρτισης. Σε περιπτώσεις όπου λιγότερο από το 12% των φορτίσεων γίνονταν με DC, η φθορά περιορίστηκε στο 1,5% ανά έτος. Όταν το ποσοστό αυτό ξεπερνούσε το 40%, και η ισχύς ήταν πάνω από 100 kW, η φθορά έφτανε στο 3%. Ενδιάμεσες καταστάσεις έδιναν αντίστοιχα ενδιάμεσα αποτελέσματα, δείχνοντας καθαρά τη συσχέτιση μεταξύ ταχυφόρτισης και φθοράς.
Αντίθετα, παράγοντες όπως το κλίμα ή η ένταση της καθημερινής χρήσης, φαίνεται να έχουν μικρότερη επίδραση από ό,τι πίστευε κανείς στο παρελθόν. Η λειτουργία ενός ηλεκτρικού αυτοκινήτου σε θερμά κλίματα αυξάνει τον ρυθμό φθοράς κατά περίπου 0,4% σε σχέση με περιοχές με πιο ήπιο κλίμα, ενώ σε έντονη χρήση (μεγάλος αριθμός κύκλων φόρτισης, απαιτητικές διαδρομές), η διαφορά φτάνει τις 0,8%. Αυτό δείχνει ότι τα σύγχρονα συστήματα θερμικής διαχείρισης που διαθέτουν πλέον τα περισσότερα ηλεκτρικά αυτοκίνητα έχουν πραγματικό αντίκτυπο στην προστασία της μπαταρίας.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον εύρημα της μελέτης αφορά την πρακτική του περιορισμού της φόρτισης στο 80%, που μέχρι πρόσφατα προτεινόταν ως βασική οδηγία για τη μακροχρόνια διατήρηση της μπαταρίας. Σύμφωνα με τα δεδομένα της Geotab, η χρήση ευρύτερου εύρους φόρτισης -δηλαδή η φόρτιση κοντά στο 100% ή η αποφόρτιση σε πολύ χαμηλά επίπεδα- δεν επηρεάζει αρνητικά τη διάρκεια ζωής της μπαταρίας, εκτός αν επαναλαμβάνεται συστηματικά. Αυτό σημαίνει ότι η καθημερινή χρήση, ακόμη και με πλήρη φόρτιση όταν χρειάζεται, δεν αποτελεί απειλή για την υγεία της μπαταρίας, εφόσον δεν γίνεται κατάχρηση.
Στην πράξη, τα ευρήματα αυτά δίνουν χρήσιμες πληροφορίες όχι μόνο για τους υπεύθυνους στόλων αλλά και για κάθε χρήστη ηλεκτρικού αυτοκινήτου. Η επιλογή της σωστής υποδομής φόρτισης, η αποφυγή συστηματικής DC ταχυφόρτισης και η ορθή διαχείριση της καθημερινής φόρτισης μπορούν να παρατείνουν αισθητά τη διάρκεια ζωής της μπαταρίας, διατηρώντας την αυτονομία σε καλά επίπεδα και περιορίζοντας την ανάγκη για πρόωρη αντικατάσταση.
Με άλλα λόγια, η τεχνολογία των μπαταριών έχει πλέον φτάσει σε σημείο ωριμότητας, αλλά η σωστή χρήση παραμένει καθοριστικός παράγοντας. Η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση δεν σημαίνει απλώς αλλαγή καυσίμου, αλλά και υιοθέτηση μιας νέας καθημερινότητας που βασίζεται στη διαχείριση της ενέργειας. Και αυτή η διαχείριση ξεκινά από το πώς, πότε και με ποια ισχύ φορτίζουμε.
