Η ηλεκτροκίνηση μειώνει την ανάγκη για ορυκτά καύσιμα, αλλά φέρνει στο προσκήνιο μια νέα, πιο συγκεντρωμένη εξάρτηση από κρίσιμες πρώτες ύλες.
Η μετάβαση στο ηλεκτρικό αυτοκίνητο παρουσιάζεται συχνά ως λύση στο πρόβλημα της ενεργειακής εξάρτησης. Στην πραγματικότητα, όμως, πρόκειται για μια μετατόπιση του ίδιου ζητήματος. Το πετρέλαιο αντικαθίσταται από μια σειρά κρίσιμων ορυκτών, των οποίων η παραγωγή και κυρίως η επεξεργασία συγκεντρώνεται σε λίγες χώρες.
Το ηλεκτρικό αυτοκίνητο δεν καταναλώνει καύσιμα, αλλά εξαρτάται πλήρως από υλικά όπως το λίθιο, το κοβάλτιο, το νικέλιο, ο χαλκός, το νεοδύμιο και οι σπάνιες γαίες. Χωρίς αυτά, δεν υπάρχουν μπαταρίες, ούτε αποδοτικά ηλεκτρικά μοτέρ. Και σε αντίθεση με το πετρέλαιο, η εφοδιαστική αλυσίδα αυτών των υλικών είναι ακόμη πιο ευάλωτη.
Το λίθιο αποτελεί τη βάση των σύγχρονων μπαταριών, με τη ζήτηση να αυξάνεται ραγδαία. Τα μεγαλύτερα αποθέματα βρίσκονται στη Νότια Αμερική και η εξόρυξη κυριαρχείται από λίγες χώρες. Το κοβάλτιο, απαραίτητο για πολλές χημείες μπαταριών, προέρχεται κυρίως από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, δημιουργώντας τόσο γεωπολιτικές όσο και ηθικές ανησυχίες.
Ακόμη πιο κρίσιμη είναι η περίπτωση των σπάνιων γαιών. Το νεοδύμιο χρησιμοποιείται στους μόνιμους μαγνήτες των ηλεκτρικών μοτέρ, ενώ το δυσπρόσιο εξασφαλίζει τη λειτουργία τους σε υψηλές θερμοκρασίες. Σε αυτούς τους τομείς, η εξάρτηση είναι σχεδόν απόλυτη, καθώς η Κίνα ελέγχει τη συντριπτική πλειονότητα της παραγωγής και, κυρίως, της επεξεργασίας.
Το σημείο-κλειδί δεν είναι μόνο ποιος εξορύσσει τα ορυκτά, αλλά ποιος τα επεξεργάζεται. Ακόμη και όταν οι πρώτες ύλες προέρχονται από διαφορετικές χώρες, συχνά καταλήγουν σε κινεζικές εγκαταστάσεις πριν χρησιμοποιηθούν στη βιομηχανία. Αυτό σημαίνει ότι η εξάρτηση παραμένει δομική και δύσκολα παρακάμπτεται.
Η Ευρώπη αντιλήφθηκε σχετικά αργά αυτή την πραγματικότητα. Η νομοθεσία για τις κρίσιμες πρώτες ύλες που παρουσιάστηκε το 2023 θέτει συγκεκριμένους στόχους για το 2030, όπως αύξηση της εγχώριας εξόρυξης, ενίσχυση της επεξεργασίας και ανάπτυξη της ανακύκλωσης. Ωστόσο, η αφετηρία είναι χαμηλή και η εξάρτηση από την Ασία παραμένει έντονη, ιδιαίτερα στον τομέα των στοιχείων μπαταριών.
Η πρόκληση δεν είναι μόνο τεχνολογική αλλά και στρατηγική. Η Ευρώπη καλείται να δημιουργήσει από το μηδέν μια ολοκληρωμένη αλυσίδα αξίας, από την εξόρυξη έως την παραγωγή και την ανακύκλωση. Πρόκειται για μια διαδικασία που απαιτεί χρόνο, επενδύσεις και πολιτική σταθερότητα.
Η ανακύκλωση αποτελεί έναν από τους λίγους τομείς όπου η Ευρώπη μπορεί να αποκτήσει συγκριτικό πλεονέκτημα. Οι μπαταρίες που θα αποσυρθούν τα επόμενα χρόνια μπορούν να αποτελέσουν σημαντική πηγή πρώτων υλών, μειώνοντας την ανάγκη για εισαγωγές. Όμως και εδώ απαιτείται ταχύτητα στην ανάπτυξη υποδομών και βιομηχανικής κλίμακας.
Η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση είναι αναγκαία για τη μείωση των εκπομπών. Δεν εξαλείφει, όμως, την εξάρτηση από κρίσιμους πόρους. Αντίθετα, τη μεταφέρει σε ένα νέο πεδίο, όπου ο έλεγχος είναι ακόμη πιο συγκεντρωμένος και ο ανταγωνισμός πιο έντονος.
