ΔΙΑΦΟΡΑ ΘΕΜΑΤΑΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑ

Η2: Το καύσιμο του μέλλοντος;

DowGMFuelCell.jpg

Μπορεί το υδρογόνο να αποτελέσει το ενεργειακό ελιξίριο που θα αποδεσμεύσει τον πολιτισμό από την εποχή του υδρογονάνθρακα;

Στις 20 Αυγούστου του 1842, ο William Grove είχε γράψει στον στενό συνεργάτη του, C.F. Schoenbein: «Μαζί με έναν φίλο μου από την γειτονιά φτιάξαμε μια βάρκα που κινείται με περίπου 3 μίλια την ώρα χρησιμοποιώντας μόνο οκτώ ζεύγη, μήκους έξι ιντσών, από την βολταϊκή μπαταρία αερίου που κατασκεύασα». O διάσημος φυσικός πιθανώς να γνώριζε πως είχε κατασκευάσει το πρώτο ηλεκτροκίνητο πλεούμενο.

Σίγουρα όμως δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως η τεχνολογία που είχε ανακαλύψει θα χρησίμευε αργότερα για να καλύψει η ανθρωπότητα τις ενεργειακές της ανάγκες. Όλα ξεκίνησαν όταν ο πατέρας της τεχνολογίας ενεργειακής κυψέλης (fuel cell) αναρωτήθηκε το εξής απλό: «Η διοχέτευση ηλεκτρικού ρεύματος στο νερό προκαλεί την ηλεκτρόλυση του, δηλαδή την διάσπαση του σε υδρογόνο και οξυγόνο. Γιατί ο συνδυασμός αυτών των δύο στοιχείων να μην παράγει, εκτός από νερό, ηλεκτρική ενέργεια;».

Ο Wiliam Grove θεωρείται ο πατέρας της τεχνολογίας ενεργειακών κυψελών (fuel cell)Το 1839 ο W.Grove είχε αποδείξει πως μια απλή συσκευή που απαρτίζονταν από δύο καταλύτες (υδρογόνου και οξυγόνου) βυθισμένοι σε ηλεκτρολυτικό θειούχο λουτρό παρήγαγε ηλεκτρική ενέργεια. Την συγκεκριμένη συσκευή την αποκάλεσε «βολταϊκή μπαταρία αερίου», η πρώτη ουσιαστικά ήταν η πρώτη ενεργειακή κυψέλη (fuel cell) που καταγράφηκε στην ιστορία. Σε τι διαφέρει όμως μια απλή μπαταρία από μια ενεργειακή κυψέλη; Όπως είχε αντιληφθεί και ο Ουαλός φυσικός, οι μπαταρίες από στερεά υλικά, όπως ο ψευδάργυρος, αποθηκεύουν χημική ενέργεια την οποία εν συνεχεία μετατρέπουν σε ηλεκτρική. Όταν όμως η χημική ενέργεια εξαντληθεί τότε η μπαταρία αχρηστεύεται. Αντίθετα, οι ενεργειακές κυψέλες δεν αποθηκεύουν την χημική ενέργεια ενός καυσίμου αλλά την μετατρέπουν κατευθείαν σε ηλεκτρική χωρίς να χρειάζονται επαναφόρτιση παρά μόνο συνεχή ανεφοδιασμό με καύσιμο.

Αν τα πράγματα είναι τόσο απλά γιατί δεν τι στάθηκε εμπόδιο στην εξέλιξη της συγκεκριμένης τεχνολογίας; Αφενός, πρακτικοί λόγοι καθώς δεν υπήρχαν τα μέσα για να αναπτυχθεί η τεχνολογία των ενεργειακών κυψελών. Αφετέρου, η εμφάνιση των μηχανών εσωτερικής καύσης Otto και Diesel που καίνε ορυκτά καύσιμα, όπως το πετρέλαιο και η βενζίνη, ήσαν οι σημαντικότεροι λόγοι που πάγωσαν την ιδέα μιας θεωρητικά ανεξάντλητης πηγής ενέργειας με βάση το υδρογόνο, την ενεργειακή κυψέλη. Έτσι λοιπόν, χρειάστηκε να περάσει περισσότερος από ενάμισης αιώνας για να επανέλθουν οι ενεργειακές κυψέλες στο προσκήνιο, όταν η NASA αναζητούσε ελαφριά πηγή ηλεκτρικού ρεύματος που να τροφοδοτεί τα διαστημόπλοια της στην κόντρα με τις πρώην ΕΣΣΔ για την κατάκτηση του διαστήματος.

Energy game

f1Η λήξη της εποχής του υδρογονάνθρακα απέχει αρκετά χρόνια ακόμα αλλά οι ειδικοί εκτιμούν πως η εποχή που η βιομηχανία θα απεξαρτηθεί από το πετρέλαιο πλησιάζει. Η ετήσια κατανάλωση του μαύρου χρυσού κυμαίνεται στα περίπου 3,6 δισεκατομμύρια μετρικούς τόνους ενώ τα αποθέματα του πλανήτη εκτιμάται πως δεν ξεπερνούν τα 160 δις. Εύκολα λοιπόν καταλήγει κανείς πως η καύση του πετρελαίου θα συνεχιστεί για το πολύ 45 με 50 χρόνια. Καθώς το ενεργειακό παιχνίδι αποκτά συνεχώς νέα μέλη, όπως οι ταχύρυθμα  αναπτυσσόμενες βιομηχανικά Κίνα και Ινδία, η επερχόμενη ενεργειακή κρίση θα γίνει αισθητή τις επόμενες δεκαετίες με αύξηση των τιμών στα καύσιμα. Αν τώρα συνυπολογίσουμε την πληθυσμιακή έξαρση της τελευταίας δεκαετίας· αφήστε το καλύτερα!

Ωστόσο, κανείς δεν αμφιβάλει πως στο μέλλον θα ανακαλυφθούν νέες περιοχές με κοιτάσματα ορυκτών καυσίμων. Αρκετές μάλιστα εταιρίες πετρελαιοειδών διαθέτουν βάσιμες πληροφορίες για λεκάνες γεμάτες με μαζούτ. Αυτό όμως που τις προβληματίζει είναι κατά πόσο αξίζει η άντληση τους αν σκεφτεί κανείς την ενέργεια και τα κεφάλαια που θα δαπανηθούν. Η εξαγωγή μαζούτ υψηλής πυκνότητας ή η εξόρυξη πισσούχου πετρελαίου σε βάθος που ξεπερνά τα 3.000 μέτρα δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση. Για αυτό μην σας προκαλεί εντύπωση που αρκετές εταιρίες, όπως η BP και η Shell, έχουν εδώ και καιρό προσανατολιστεί στην τεχνολογία των fuel cells σε συνεργασία με ομίλους αυτοκινητοβιομηχανιών όπως η GM, η Ford, η DaimlerChrysler και η Toyota.

Σχεδόν με την έναρξη της περιόδου της Βιομηχανικής Επανάστασης ξεκίνησε η καύση νέων -για την τότε εποχή- καυσίμων, αφού η ενέργεια από το ξύλο και το κάρβουνο δεν ήταν αρκετή. Πριν από περίπου 120 χρόνια το ποσοστό CO2 στην ατμόσφαιρα άγγιζε μετά βίας τα 290 μέρη στο εκατομμύριο (ppm). To 2003 είχε ξεπεράσει τα 370ppm. Οι εκπομπές του CO2αυξάνονται συνεχώς, παρά τα βιομηχανικά μέτρα για τον περιορισμό τους, αφού στην όλη υπόθεση λαμβάνουν μέρος και εξωγενείς παράγοντες π.χ. το κάψιμο ή η αποξήλωση δασικών εκτάσεων.

Σύμφωνα όμως με μελέτες, ο ενεργειακός τομέας (βιομηχανίες, μέσα μεταφοράς κ.α.) ευθύνεται για περισσότερο από τα ¾ των συνολικών συγκεντρώσεων CO2 στην ατμόσφαιρα. Το 1990 οι μετρήσεις σε παγκόσμια κλίμακα έδειξαν πως στην ατμόσφαιρα είχαν απελευθερωθεί, μόνο για την συγκεκριμένη χρονιά, 20.878 εκατομμύρια τόνοι διοξειδίου του άνθρακα. Το Διεθνές Συμβούλιο Ενέργειας εκτιμά πως το 2020 η εν λόγω τιμή θα ξεπεράσει τους 36.000 εκατομμύρια τόνους, με λίγα λόγια θα έχει σχεδόν διπλασιασθεί προκαλώντας κλιματολογικές αλλαγές όπως η αύξηση της θερμοκρασίας κατά 3-50C.

Υδρογόνο ή Η2…

Στις 6 Μαΐου του 1937 το τεράστιο αερόπλοιο Hindenberg εξερράγη στον αέρα ενώ ήταν φουσκωμένο με υδρογόνο...Το όραμα ενός πολιτισμού που θα είναι αποδεσμευμένος ενεργειακά από τον υδρογονάνθρακα (το πετρέλαιο) υφίσταται πριν από την εποχή των αλχημιστών. Αιώνες νωρίτερα, ο Νοστράδαμος είχε αφήσει να εννοηθεί πως το μέλλον της ανθρωπότητας κρύβεται στο νερό. Αργότερα, ο Ιούλιος Βερν περιγράφει με πλάγιο τρόπο στην «Μυστηριώδη Νήσο» μια εποχή που ο πολιτισμός θα απεξαρτηθεί από τον άνθρακα χάρη στα στοιχεία του νερού, το οξυγόνο και το υδρογόνο.

Το ελαφρύτερο στοιχείο στο σύμπαν έγινε αντιληπτό το 1785 από τον Γάλλο χημικό Antoine Laurent Lavoisier ο οποίος το χαρακτήρισε ως «εύφλεκτο αέριο». Οι πρώτες εφαρμογές του υδρογόνου ήταν στα αερόστατα ενώ για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε στην αεροναυτιλία στις αρχές του προηγούμενου αιώνα σαν συμπληρωματικό καύσιμο για την κίνηση των γιγαντιαίων Zeppelin. Τραγικά όμως  συμβάντα, όπως αυτό που συνέβη στις 6 Μαΐου του 1937, όταν το τεράστιο αερόπλοιο Hindenberg εξερράγη στον αέρα ενώ ήταν φουσκωμένο με υδρογόνο, δημιούργησαν άσχημες εντυπώσεις.

Τις επόμενες δεκαετίες μια σειρά γεγονότων, όπως η ενεργειακή κρίση του 1973  επανέφερε στο προσκήνιο το υδρογόνο ως μορφή εναλλακτικής ενέργειας. Η αντίστροφη μέτρηση όπου η κοινωνία θα απεξαρτηθεί από τον υδρογονάνθρακα είχε ήδη ξεκινήσει. Μελέτες επιβεβαίωναν πως τα κοιτάσματα μαύρου χρυσού κάποια στιγμή θα εξαντληθούν. Από την άλλη, η υπέρογκη καύση άνθρακα και πετρελαίου εκλύουν τεράστιες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα (CO2) στην ατμόσφαιρα συντελώντας στο φαινόμενο του θερμοκηπίου. Έτσι λοιπόν κυβερνήσεις και βιομηχανίες ξεκίνησαν να επενδύουν δισεκατομμύρια δολάρια στην παραγωγή υδρογόνου, το καύσιμο των ενεργειακών κυψελών.

Πραγματική ουτοπία;

5116_ft0972_resizeΟι απόψεις για τις κυψέλες υδρογόνου διίστανται. Οι μεν υποστηρίζουν πως το υδρογόνο αποτελεί μια αστείρευτη πηγή ενέργειας η οποία αν αξιοποιηθεί κατάλληλα θα λύσει το ενεργειακό πρόβλημα της ανθρωπότητας. Στην πράξη όμως τα πράγματα δεν είναι τόσο ρόδινα. Το υδρογόνο υπάρχει άφθονο καθώς τα 75% του σύμπαντος αποτελούνται από τα μόρια του.

Στην υδρόγειο το εν λόγω στοιχείο περιέχεται στο νερό, στα ορυκτά καύσιμα (όπως το φυσικό αέριο) και σε όλους τους ζωντανούς οργανισμούς. Ωστόσο, παραγωγή του αποτελεί μια ιδιαίτερα ενεργοβόρα και σε μερικές περιπτώσεις αντιοικολογική διαδικασία. Η πιο απλή, αλλά αντιοικονομική, μέθοδος για την παραγωγή του είναι αυτή της ηλεκτρόλυσης. Η αρχή λειτουργίας της είναι γνωστή από τα πρώτα μαθήματα χημείας στο σχολείο. Σε μια λεκάνη με αποσταγμένο νερό, που περιέχει ηλεκτρολύτη για να αυξηθεί η αγωγιμότητα του, βυθίζονται δύο ηλεκτρόδια διαφορετικής πολικότητας. Όταν σε αυτά διοχετευθεί ηλεκτρικό ρεύμα συνεχούς τάσεως τότε τα μόρια του υδρογόνου κατευθύνονται προς το καθοδικό ηλεκτρόδιο (το αρνητικά φορτισμένο) ενώ εκείνα του οξυγόνου προς το ανοδικό (το θετικά φορτισμένο).

f80_resizeΩστόσο, τα πράγματα περιπλέκονται καθώς απαιτούνται τεράστια ποσά ηλεκτρικής ενέργειας για να παραχθεί υδρογόνο που θα καλύψει ένα ολοκληρωμένο δίκτυο. Η όλη διαδικασία δεν ευνοεί καθόλου το περιβάλλον αν σκεφτεί κανείς πως αυτή η ενέργεια αρχικά θα προέλθει από εργοστάσια που λειτουργούν με ορυκτά καύσιμα. Έχει υπολογιστεί πως η ενεργειακή αλυσίδα (ηλεκτρική ενέργεια / παραγωγή Η2/ συμπίεση / αποθήκευση / συμπίεση-διανομή/ καύση υδρογόνου) για να παραχθεί ηλεκτρική ενέργεια μέρος της οποίας θα χρησιμοποιηθεί ξανά για την ηλεκτρόλυση οδηγεί σε ενεργειακή απώλεια που ξεπερνά το 25%.

Στην περίπτωση όμως στατικών εφαρμογών που η μεταβίβαση της ηλεκτρικής ενέργειας γίνεται απευθείας με καλώδια (χωρίς να παρεμβάλλονται άλλοι συνδετικοί «κρίκοι») η ωφέλιμη ενέργεια ξεπερνά το 90%. Οι αισιόδοξοι ευελπιστούν στην βελτίωση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, όπως η αιολική, η υδροδυναμική και η γεωθερμική, και στο μέλλον να εκμεταλλευτούν για την παραγωγή υδρογόνου με ηλεκτρόλυση. Η απόδοση όμως τέτοιων πηγών είναι πάρα πολύ μικρή σε σχέση με τις ενεργειακές απαιτήσεις της ηλεκτρόλυσης και η μόνη ιδέα που ίσως βελτιώσει κάπως την κατάσταση είναι η παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος φωτοβολταϊκής τεχνολογίας.

Εκτός όμως από την ηλεκτρόλυση υπάρχουν και άλλοι τρόποι παραγωγής υδρογόνου με διάσπαση των μορίων ορυκτών καυσίμων. Σήμερα, σχεδόν οι μισές ποσότητες υδρογόνου σε παγκόσμια κλίμακα προέρχονται από το φυσικό αέριο όπου καταλυτικοί μετατροπείς διαχωρίζουν τα άτομα του υδρογόνου από εκείνα του διοξειδίου του άνθρακα. Ακόμα και ο άνθρακας μπορεί να δώσει υδρογόνο αλλά η συγκεκριμένη μέθοδος σπανίως συνηθίζεται λόγω του μεγάλου κόστους.

Σύμφωνα λοιπόν με τους ειδικούς το φυσικό αέριο θα αποτελέσει την πρώτη και κύρια πηγή για την παραγωγή υδρογόνου μέχρι φυσικά να εξαντληθεί και να αναζητηθεί άλλος τρόπος. Ωστόσο, η διεργασία του φυσικού αερίου απελευθερώνει στην ατμόσφαιρα τεράστιες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα επιβαρύνοντας το περιβάλλον. Οι ένθερμοι υποστηρικτές του υδρογόνου υποστηρίζουν πως οι συγκεκριμένοι ρύποι μπορούν να διοχετευθούν στο έδαφος, ακόμα και σε κοιλότητες όπου πριν υπήρχαν κοιτάσματα πετρελαίου. Τι γίνεται όμως με τον τομέα του κόστους;

Η αποθήκευση του υδρογόνου αποτελεί μια ιδιαίτερα δύσκολη υπόθεση λόγω των υψηλών πιέσεων (έως και 400bar) και των χαμηλών θερμοκρασιών (-250 C) προκειμένου να υγροποιηθεί το εύφλεκτο αέριο και να καταλαμβάνει μικρό χώρο στην δεξαμενή (ρεζερβουάρ). Ενδεικτικά αναφέρουμε πως η αποθήκευση του υδρογόνου αμέσως μετά την παραγωγή κυμαίνεται στα περίπου 100bar. Για να μεταφερθεί από τα βυτιοφόρα στα πρατήρια πρέπει να ξανασυμπιεσθεί στα 400bar και να διοχετευθεί στα ρεζερβουάρ των στατικών ή κινητών εφαρμογών (τα αυτοκίνητα) στα 350bar. Οι υψηλές προδιαγραφές ασφαλείας προϋποθέτουν ανθεκτικές κατασκευές οι οποίες όμως διαθέτουν αυξημένο όγκο και βάρος που επιβαρύνουν τις επιδόσεις των αυτοκινήτων. Οι πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις όμως έχουν να επιδείξουν ικανοποιητικές λύσεις, όπως η μέθοδος αποθήκευσης με υδρίδια του νατρίου και η μέθοδος νανοτεχνολογίας.

Οικονομία υδρογόνου.

GM And Shell Hydrogen PartnershipΚυβερνήσεις, αυτοκινητο-βιομηχανίες και εταιρίες πετρελαιοειδών (ειδικά όσες κατοικοεδρεύουν στην αντίπερα όχθη του Ατλαντικού) έχουν ήδη καταλήξει στο συμπέρασμα πως το μέλλον κρύβεται στο υδρογόνο. Έτσι κινούν τα κατάλληλα νήματα προκειμένου να εμπλουτίσουν τα ταμεία τους με τα έσοδα που θα αποφέρει μελλοντικά η νέα τεχνολογία.

Όπως κάθε αρχή όμως έτσι και η οικοδόμηση ενός ενεργειακού ιστού που θα βασίζεται στο υδρογόνο αποτελεί εξαιρετικά μακροπρόθεσμη κατάσταση κυρίως λόγου κόστους αλλά και την εφησύχαση που προσφέρουν τα εκατομμύρια βαρέλια πετρελαίου που έχουν απομείνει. Ας εξετάσουμε όμως το θέμα από την οικονομοτεχνική του πλευρά. Με τα δεδομένα του 2003 η ηλεκτρική ενέργεια που παράγονταν από κυψέλες κόστιζε περίπου 3.000 με 4.000 δολάρια ανά κιλοβάτ. Ακόμα και αν μέχρι το τέλος της δεκαετίας το κόστος παραγωγής μειωθεί στο μισό η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ένα εργοστάσιο με φυσικό αέριο θα εξακολουθεί να είναι φτηνότερη μιας και το κάθε κιλοβάτ στοιχίζει 500-1.000. Όμως κάθε τι καινούργιο είναι και ακριβό.

Έτσι λοιπόν θα φτάσει η ώρα που το υδρογόνο θα είναι τόσο φτηνό ώστε να είναι προσιτό στον καθένα από εμάς και παραγωγή του δεν θα ρυπαίνει το περιβάλλον. Το πόσο γρήγορα μάλλον θα εξαρτηθεί από τα συμφέροντα αυτών που κινούν τα νήματα και εύλογα δημιουργούνται οι εξής απορίες: Κατά πόσο είναι εφικτή αλλά και θεμιτή μια τεχνολογία όπου θεωρητικά θα μπορεί ο καθένας να κατέχει μια ανεξάντλητη μορφή ενέργειας; Με ποιόν τρόπο οι πλανητάρχες θα ελέγξουν την οικονομία του υδρογόνου; Ποιοι θα «χορτάσουν» και πόσοι θα «πεινάσουν» από τα κέρδη των fuel cells; Πως θα θεσμοθετηθεί η νέα τάξη πραγμάτων που θα επιφέρει το αιώνιο καύσιμο;

photo_media_en_11819_hd_ren2006techno_resizeΗ τεχνολογία των ενεργειακών κυψελών έχει να επιδείξει διάφορους τύπους, όπως οι κυψέλες φωσφορικού οξέως (PAFC), στερεού οξειδίου (SOFC), μεθανόλης (DMFC), τηγμένου άνθρακα (MCFC), αλκαλίων (εφαρμογές της NASA) και οι κυψέλες επιτόπου παραγωγής υδρογόνου από μεθανόλη (IR-SPFC), οι οποίες κατηγοριοποιούνται βάση του καταλύτη τους. Ωστόσο, ο αποδοτικότερος τύπος αφορά στην κυψέλη ανταλλαγής πρωτονίων (PEMFC) η οποία κατά κύριο λόγο «καίει» υδρογόνο αν και υπάρχουν περιπτώσεις όπου η προσθήκη ενός καταλυτικού μετατροπέα διαχωρίζει τα μόρια υδρογόνου από καύσιμα όπως το μεθάνιο.

Το ζητούμενο από μια μονάδα κυψελών δεν είναι άλλο παρά η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας που επιτυγχάνεται μετά από μια πολύπλοκη χημική διεργασία αντίστροφη της ηλεκτρόλυσης. Μια συστοιχία κυψελών αποτελείται από πολυμερείς σε σειρά μεμβράνες οι οποίες βρίσκονται εγκλωβισμένες ανάμεσα σε δύο ηλεκτρόδια. Η σύνθεση των ηλεκτρολυτικών μεμβρανών δεν διαφέρει και πολύ από την φόρμουλα Teflon, η θερμοκρασία λειτουργίας φτάνει μέχρι τους 80 Κελσίου ενώ το πάχος τους κυμαίνεται στα περίπου 175μm. Τα ηλεκτρόδια ανόδου και καθόδου διαθέτουν ηλεκτροχημική επικάλυψη, συνήθως λευκόχρυσος (πλατίνα) από ενεργό καταλύτη. Από την είσοδο της κυψέλης, που βρίσκεται το ηλεκτρόδιο ανόδου, διοχετεύεται υδρογόνο. Ο καταλύτης φροντίζει ώστε τα μόρια του υδρογόνου να διασπαστούν σε πρωτόνια και σε ηλεκτρόνια. Να υπενθυμίσουμε πως το ηλεκτρικό ρεύμα δεν είναι άλλο παρά η κίνηση ηλεκτρονίων προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Λόγω των ιδιοτήτων τους τα απελευθερωμένα ηλεκτρόνια δεν μπορούν να διαπεράσουν την μεμβράνη και εξαναγκάζονται να κινηθούν όλα μαζί προς την κατεύθυνση του καταναλωτή που μπορεί να έχει την μορφή ενός μετασχηματιστή, ηλεκτροκινητήρα κ.α. Το ταξίδι όμως των ηλεκτρονίων συνεχίζεται γύρω από την μεμβράνη μέχρι να συναντηθούν με τα ιόντα του υδρογόνου (τα πρωτόνια) που έχουν από πριν διαπεράσει την μεμβράνη.

Ηλεκτρόνια και πρωτόνια φτάνουν στην κάθοδο όπου υπάρχει ατμοσφαιρικός αέρας. Η επαφή τους με το οξυγόνο του αέρα έχει ως αποτέλεσμα την δημιουργία νερού, από εκεί δηλαδή που ξεκινά η ηλεκτρόλυση. Οι ενεργειακές κυψέλες δεν έχουν κινούμενα μέρη, είναι αθόρυβες και ελαφριές και είναι μέχρι δυόμισι φορές πιο αποδοτικές από ότι οι κινητήρες εσωτερικής καύσης. Επιπλέον, οι μοναδικές εκροές είναι η ηλεκτρική ενέργεια, θερμότητα και καθαρό αποσταγμένο νεράκι.

  • Η μόλυνση του περιβάλλοντος και η εξάντληση των ενεργειακών συμβατικών πόρων πρόκειται να ωθήσουν μια νέα οικονομική πολιτική που θα στηριχθεί σύμφωνα με τα τωρινά σενάρια στην τεχνολογία των ενεργειακών κυψελών (fuel cells)
  • Οι φεουδάρχες του πλανήτη φαίνεται πως  έχουν συγκλίνει σε ένα κοινό αποτέλεσμα που θα μπορούσε να είναι το εξής: «Η τεχνολογία υπάρχει μένει να δούμε πως θα αξιοποιήσουμε με τον καλύτερο τρόπο το καύσιμο. Το υδρογόνο».
  • Όλες οι μορφές ενέργειας που χρησιμοποιούνται σήμερα διαθέτουν μόρια με ένα ή περισσότερα άτομα άνθρακα. Το υδρογόνο δεν περιέχει κανένα και δεν παράγει ρύπους κατά την διάσπαση ή καύση του σε μια κυψέλη.
  • Η ποσότητα του υδρογόνου που παράγεται σήμερα αντιστοιχεί στο 1/10 της παραγωγής του πετρελαίου πριν από περίπου μια πενταετία και χρησιμοποιείται ως χημική πρώτη ύλη για διάφορες εφαρμογές.
  • Σύμφωνα με τις νομισματικές ισοτιμίες του 2003 η παραγωγή υδρογόνου από το φυσικό αέριο κοστίζει περίπου $5,60 για κάθε GJ (GigaJoule), από τον άνθρακα $10,30/GJ ενώ μέσω της ηλεκτρόλυσης $20,10/GJ. Χωρίς τους φόρους, η «ευρωπαϊκή» βενζίνη στοιχίζει κατά μέσο όρο περίπου $3,00/GJ.
  • Διάφορες εταιρίες έχουν να επιδείξουν συσκευές για οικιακή χρήση απόδοσης από 1-15kW ενώ αυτές που προορίζονται για επαγγελματική χρήση παράγουν από 60-250kW. Η εποχή όμως που θα βρίσκει κανείς με ασφάλεια υδρογόνο όπως το πετρέλαιο είναι ακόμα μακριά.

Δημοσιευμένο στο περιοδικό RAM (Απρίλιος 2003)

Ετικέτες

Nίκος Ι. Mαρινόπουλος

Πρόκειται για τον δημιουργό και συντονιστή του καρότου με τις περισσότερες τεχνολογικές βιταμίνες σε όλον τον κόσμο!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Back to top button
Close
Close