Η αγορά εξηλεκτρισμένων αυτοκινήτων μεγαλώνει, αλλά ποια τεχνολογία είναι η κατάλληλη για κάθε οδηγό; Αμιγώς ηλεκτρικό ή plug-in υβριδικό;
Η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση έχει ήδη ξεκινήσει και όλο και περισσότεροι καταναλωτές στρέφονται προς εξηλεκτρισμένα μοντέλα. Ωστόσο, η επιλογή ανάμεσα σε ένα αμιγώς ηλεκτρικό αυτοκίνητο (BEV) και ένα plug-in hybrid (PHEV) παραμένει για πολλούς ένα δύσκολο ερώτημα. Και αυτό γιατί κάθε τεχνολογία έχει τα δικά της πλεονεκτήματα και περιορισμούς, που σχετίζονται με τον τρόπο χρήσης, την πρόσβαση σε φόρτιση και το συνολικό κόστος ιδιοκτησίας.
Αρχικά, το βασικό πλεονέκτημα των αμιγώς ηλεκτρικών είναι η χαμηλή κατανάλωση ενέργειας, η σχεδόν μηδενική συντήρηση, καθώς και τα μειωμένα λειτουργικά έξοδα. Επιπλέον, απαλλάσσονται σε πολλές χώρες από την ετήσια φορολογία και προσφέρουν πιο αθόρυβη, άνετη και δυναμική εμπειρία οδήγησης. Από την άλλη πλευρά, προϋποθέτουν μια σχετικά σταθερή δυνατότητα φόρτισης, είτε στο σπίτι είτε στον χώρο εργασίας, ώστε να αξιοποιούνται καθημερινά χωρίς άγχος για την αυτονομία.
Αν κάποιος έχει πρόσβαση σε φόρτιση στο σπίτι ή στο γραφείο, η απόκτηση ενός BEV έχει ξεκάθαρα πλεονεκτήματα. Ειδικά αν υπάρχει και φωτοβολταϊκή εγκατάσταση, τότε το κόστος μετακίνησης μπορεί να μειωθεί θεαματικά. Ακόμη και χωρίς φωτοβολταϊκά, η φόρτιση σε νυχτερινό τιμολόγιο παραμένει πολύ πιο φθηνή σε σύγκριση με τα καύσιμα. Οι οδηγοί που καλύπτουν κυρίως αστικές ή προαστιακές διαδρομές δύσκολα θα αντιμετωπίσουν προβλήματα αυτονομίας, ακόμη και με μικρότερης χωρητικότητας μπαταρίες.
Από την άλλη, τα plug-in υβριδικά προσφέρουν τη δυνατότητα ηλεκτρικής οδήγησης σε μικρές αποστάσεις -συνήθως 40 έως 80 χιλιόμετρα, τα νέας γενιάς «χτυπάνε» και 100άρα- ενώ διατηρούν τον κινητήρα εσωτερικής καύσης για μεγαλύτερες διαδρομές.
Αυτή η ευελιξία τα καθιστά ιδανικά για οδηγούς που δεν έχουν ακόμη εξασφαλισμένη πρόσβαση σε φόρτιση ή που καλύπτουν συχνά μεγάλες αποστάσεις χωρίς σταθερά διαλείμματα. Ωστόσο, εάν το αυτοκίνητο δεν φορτίζεται τακτικά, καταναλώνει περισσότερο καύσιμο από ένα συμβατικό υβριδικό, ακυρώνοντας ουσιαστικά τα οφέλη της τεχνολογίας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι τα BEV είναι μηχανικά απλούστερα, με λιγότερα κινούμενα μέρη, κάτι που μεταφράζεται σε μικρότερο κόστος συντήρησης. Δεν έχουν εξάτμιση, σύστημα μετάδοσης ή συμπλέκτη, ενώ και τα φρένα φθείρονται πιο αργά χάρη στην ανάκτηση ενέργειας κατά την επιβράδυνση. Αντίθετα, τα PHEV διαθέτουν δύο συστήματα μετάδοσης και πιο σύνθετη τεχνολογία, κάτι που ενδέχεται να αυξήσει τα έξοδα μακροπρόθεσμα.
Τέλος, το συνολικό κόστος ιδιοκτησίας (Total Cost of Ownership – TCO) είναι ένας από τους πιο αξιόπιστους τρόπους αξιολόγησης. Σε βάθος χρόνου, τα BEV έχουν το προβάδισμα, ιδιαίτερα όταν συνυπολογίζονται οι κρατικές επιδοτήσεις, η δωρεάν ή φθηνή φόρτιση και οι φορολογικές απαλλαγές. Τα plug-in υβριδικά ενδείκνυνται κυρίως για συγκεκριμένες ανάγκες, όπως επαγγελματίες που διανύουν μεγάλες αποστάσεις και δεν έχουν αξιόπιστη δυνατότητα φόρτισης.
Συμπερασματικά, το ιδανικό αυτοκίνητο εξαρτάται από τον τρόπο ζωής και τις συνθήκες φόρτισης κάθε οδηγού. Όσοι έχουν πρόσβαση σε φόρτιση και επιθυμούν οικονομία, άνεση και απλότητα, θα ωφεληθούν περισσότερο από ένα πλήρως ηλεκτρικό μοντέλο. Από την άλλη, οι συχνοί ταξιδιώτες ή όσοι ζουν σε περιοχές με ελλιπή υποδομή φόρτισης ίσως βρουν προς το παρόν πιο πρακτική λύση σε ένα plug-in hybrid.



