Η φθορά των αμορτισέρ δεν είναι πάντα ορατή, όμως επηρεάζει άμεσα την ασφάλεια, το φρενάρισμα και τη συνολική συμπεριφορά του αυτοκινήτου.
Τα αμορτισέρ αποτελούν κρίσιμο στοιχείο της ανάρτησης και λειτουργούν σε άμεση συνεργασία με τα ελαστικά. Αν τα ελαστικά είναι το μοναδικό σημείο επαφής με τον δρόμο, τα αμορτισέρ είναι εκείνα που εξασφαλίζουν ότι αυτή η επαφή παραμένει σταθερή. Ελέγχουν τις ταλαντώσεις που δημιουργούν τα ελατήρια, περιορίζουν τις αναπηδήσεις και διατηρούν το αμάξωμα υπό έλεγχο, τόσο για λόγους άνεσης όσο και για λόγους ασφάλειας.
Σε αντίθεση με άλλα εξαρτήματα, τα αμορτισέρ δεν «προειδοποιούν» με κάποιο λαμπάκι στο ταμπλό ούτε παρουσιάζουν εύκολα ορατή φθορά. Η απόδοσή τους μειώνεται σταδιακά και ο οδηγός συχνά συνηθίζει τη χειρότερη συμπεριφορά, χωρίς να αντιλαμβάνεται πόσο έχει αλλάξει η αίσθηση στο τιμόνι και στο φρενάρισμα.
Οι κατασκευαστές δίνουν συνήθως ένα ενδεικτικό εύρος αντικατάστασης μεταξύ 60.000 και 100.000 χιλιομέτρων. Ωστόσο, αυτό δεν αποτελεί απόλυτο κανόνα. Η διάρκεια ζωής εξαρτάται από τη χρήση: συχνή κίνηση σε δρόμους με κακοτεχνίες, λακκούβες, σαμαράκια που περνιούνται με ταχύτητα, μεγάλο φορτίο ή επιθετική οδήγηση μειώνουν σημαντικά την αντοχή τους. Αντίθετα, ήπια χρήση σε καλό οδικό δίκτυο μπορεί να παρατείνει τη λειτουργία τους.
Υπάρχουν όμως συγκεκριμένα συμπτώματα που δεν πρέπει να αγνοούνται. Αν το αυτοκίνητο παρουσιάζει υπερβολική κλίση στις στροφές, έντονο «βούτηγμα» στο φρενάρισμα ή συνεχόμενες αναπηδήσεις μετά από μια ανωμαλία, τότε τα αμορτισέρ πιθανότατα έχουν χάσει μέρος της αποτελεσματικότητάς τους.
Αίσθηση «πλεύσης» στον αυτοκινητόδρομο, ειδικά σε υψηλές ταχύτητες, ή μικρή απόκλιση της πορείας κατά το φρενάρισμα είναι επίσης ενδείξεις φθοράς. Ένας απλός πρακτικός έλεγχος μπορεί να γίνει πιέζοντας το αμάξωμα προς τα κάτω πάνω από κάθε τροχό. Αν το αυτοκίνητο επανέλθει και συνεχίσει να ταλαντώνεται πάνω από μία φορά, το αμορτισέρ χρειάζεται έλεγχο.
Παράλληλα, σημαντικές πληροφορίες δίνουν και τα ελαστικά. Η ανομοιόμορφη φθορά στο πέλμα υποδηλώνει ότι ο τροχός δεν διατηρεί σταθερή επαφή με το οδόστρωμα, κάτι που συχνά συνδέεται με μειωμένη απόδοση των αμορτισέρ. Σε αυτές τις περιπτώσεις μπορεί να παρατηρηθεί και αυξημένος θόρυβος κύλισης.
Η οδήγηση με φθαρμένα αμορτισέρ δεν επηρεάζει μόνο την άνεση. Αυξάνει την απόσταση φρεναρίσματος, μειώνει την πρόσφυση και επιβαρύνει επιπλέον εξαρτήματα της ανάρτησης και του συστήματος διεύθυνσης. Με την πάροδο του χρόνου, το κόστος αποκατάστασης μπορεί να είναι σημαντικά υψηλότερο από μια έγκαιρη αντικατάσταση.
Η αντικατάσταση πρέπει πάντα να γίνεται ανά άξονα, δηλαδή και τα δύο εμπρός ή και τα δύο πίσω μαζί, ώστε το αυτοκίνητο να διατηρεί ισορροπημένη συμπεριφορά. Τα αμορτισέρ μπορεί να φθείρονται «σιωπηλά», όμως η συμβολή τους στην οδική ασφάλεια είναι καθοριστική και ο τακτικός έλεγχος αποτελεί βασικό μέρος της σωστής συντήρησης.


