Η επέλαση των κινεζικών εταιρειών στην Ευρώπη προκαλεί ανησυχία αλλά και νέες συνεργασίες, σε μια περίοδο που η αυτοκινητοβιομηχανία αναζητά διέξοδο.
Η συνεχώς αυξανόμενη παρουσία των κινεζικών αυτοκινητοβιομηχανιών στην Ευρώπη έχει ανοίξει μια μεγάλη συζήτηση γύρω από το μέλλον της ευρωπαϊκής παραγωγής. Για κάποιους οι κινεζικές εταιρείες αποτελούν σοβαρή απειλή για τους παραδοσιακούς κατασκευαστές, ενώ άλλοι βλέπουν σε αυτές μια πιθανή λύση απέναντι στη βιομηχανική κρίση που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή αγορά αυτοκινήτου.
Η πραγματικότητα πάντως δείχνει πιο σύνθετη. Οι κινεζικοί όμιλοι δεν βασίζονται αποκλειστικά στο χαμηλό εργατικό κόστος, όπως συχνά αναφέρεται. Η Κίνα έχει επενδύσει επί δεκαετίες σε τομείς όπως τα ηλεκτρονικά, οι πρώτες ύλες και η χημική βιομηχανία, δημιουργώντας μια τεχνολογική βάση που σήμερα της επιτρέπει να κυριαρχεί στα εξηλεκτρισμένα αυτοκίνητα και κυρίως στα στοιχεία μπαταριών.
Η εξέλιξη αυτή δεν πέρασε απαρατήρητη από τους ευρωπαϊκούς ομίλους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η συνεργασία της Stellantis με τη Leapmotor, η οποία αναμένεται να επεκταθεί και στην παραγωγή αυτοκινήτων στην Ευρώπη. Η κοινή εταιρεία Leapmotor International σχεδιάζει να αποκτήσει το εργοστάσιο της Stellantis στη Μαδρίτη, με στόχο την παραγωγή νέου μοντέλου από το 2028.
Ουσιαστικά πρόκειται για μια νέα μορφή συνεργασιών που θυμίζει τις joint ventures των προηγούμενων δεκαετιών στην Κίνα, όταν οι δυτικοί κατασκευαστές αναζητούσαν πρόσβαση στη μεγαλύτερη αναπτυσσόμενη αγορά του κόσμου. Μόνο που σήμερα οι ρόλοι έχουν αντιστραφεί, καθώς οι ευρωπαϊκές εταιρείες αναζητούν κινεζική τεχνογνωσία για να παραμείνουν ανταγωνιστικές.
Η Ισπανία εξελίσσεται σε βασικό κόμβο αυτής της νέας στρατηγικής. Η χώρα προσελκύει ολοένα και περισσότερες επενδύσεις χάρη στις υποδομές και το βιομηχανικό της οικοσύστημα. Εκεί θα δημιουργηθεί η νέα gigafactory της Stellantis με την CATL, ενώ η Chery ετοιμάζει παραγωγή στη Βαρκελώνη και η SAIC εξετάζει τη δημιουργία εργοστασίου στη Γαλικία.
Παράλληλα, αρκετές κινεζικές εταιρείες επεκτείνονται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Η BYD φέρεται να εξετάζει εργοστάσιο της Volkswagen στη Δρέσδη, ενώ η Dongfeng έχει στρέψει το ενδιαφέρον της και προς την Ιταλία. Την ίδια στιγμή, εταιρείες όπως οι Xiaomi και Changan δημιουργούν κέντρα σχεδίασης και εξέλιξης στην Ευρώπη, δείχνοντας ότι η παρουσία τους δεν περιορίζεται μόνο στις πωλήσεις.
Παρά τη δυναμική τους όμως, οι κινεζικοί όμιλοι δεν αποτελούν απαραίτητα την απόλυτη λύση για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα της Ευρώπης παραμένει η μειωμένη ζήτηση. Οι ταξινομήσεις νέων αυτοκινήτων εξακολουθούν να βρίσκονται σημαντικά χαμηλότερα από τα προ πανδημίας επίπεδα, με αποτέλεσμα πολλά εργοστάσια να λειτουργούν πολύ κάτω από τις δυνατότητές τους.
Αυτό σημαίνει πως ακόμη και αν οι κινεζικές εταιρείες αξιοποιήσουν μέρος της διαθέσιμης παραγωγικής δυναμικότητας, η υπερβάλλουσα χωρητικότητα δεν πρόκειται να εξαφανιστεί εύκολα. Ήδη αρκετοί κατασκευαστές εξετάζουν το κλείσιμο ή τη μετατροπή μονάδων παραγωγής σε άλλες δραστηριότητες.
Την ίδια ώρα, ούτε η κινεζική αγορά παραμένει χωρίς προβλήματα. Ο έντονος ανταγωνισμός, οι συνεχείς μειώσεις τιμών και η πίεση για ενοποίηση του κλάδου δημιουργούν ένα εξαιρετικά απαιτητικό περιβάλλον και για τους ίδιους τους Κινέζους κατασκευαστές.
Το πιθανότερο σενάριο δείχνει να είναι η σταδιακή δημιουργία ενός νέου μοντέλου συνεργασίας ανάμεσα στις δύο πλευρές. Οι Ευρωπαίοι διαθέτουν εμπειρία στην κατασκευή αυτοκινήτων και ισχυρή παρουσία στις διεθνείς αγορές, ενώ οι Κινέζοι έχουν προβάδισμα στις τεχνολογίες εξηλεκτρισμού και στα στοιχεία μπαταριών.
Η αυτοκινητοβιομηχανία της Ευρώπης δύσκολα θα εξαφανιστεί, όμως είναι ξεκάθαρο πως περνά σε μια περίοδο βαθιάς αλλαγής, όπου οι συνεργασίες με κινεζικούς ομίλους ενδέχεται να αποτελέσουν βασικό κομμάτι της επόμενης ημέρας.


