Μειώνοντας την ταχύτητα ταξιδιού από τα 130 στα 110 χλμ./ώρα μπορεί να φτάσετε λίγο αργότερα στον προορισμό σας, όμως το όφελος στην κατανάλωση καυσίμου είναι αρκετά μεγαλύτερο απ’ όσο φαντάζονται οι περισσότεροι οδηγοί.
Με τις τιμές των καυσίμων να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, πολλοί οδηγοί αναζητούν τρόπους να περιορίσουν τα έξοδα των μετακινήσεών τους. Η πιο συνηθισμένη συμβουλή είναι και η πιο απλή: να μειώσουν την ταχύτητα στον αυτοκινητόδρομο. Πόσο μεγάλο είναι όμως το πραγματικό όφελος;
Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στην οικονομία καυσίμου αλλά και στους νόμους της φυσικής. Όσο αυξάνεται η ταχύτητα ενός αυτοκινήτου, τόσο πιο δύσκολα «σχίζει» τον αέρα. Η αεροδυναμική αντίσταση δεν αυξάνεται γραμμικά αλλά με πολύ ταχύτερο ρυθμό, αναγκάζοντας τον κινητήρα να καταναλώνει περισσότερη ενέργεια για να διατηρήσει υψηλή ταχύτητα ταξιδιού.
Αυτός είναι και ο λόγος που η διαφορά μεταξύ 110 και 130 χλμ./ώρα αποδεικνύεται πολύ μεγαλύτερη στην πράξη απ’ ό,τι δείχνουν οι αριθμοί. Αν και η διαφορά ταχύτητας είναι μόλις 20 χλμ./ώρα, η επιβάρυνση στην κατανάλωση μπορεί να είναι αισθητή, ειδικά σε μεγάλες αποστάσεις. Μάλιστα, τα SUV επηρεάζονται ακόμη περισσότερο λόγω της μεγαλύτερης μετωπικής επιφάνειας και της αυξημένης αεροδυναμικής αντίστασης.
Για να διαπιστωθεί το πραγματικό μέγεθος της διαφοράς, το ιταλικό Quattroruote πραγματοποίησε μια δοκιμή σε πραγματικές συνθήκες αυτοκινητοδρόμου με δύο πανομοιότυπα Audi A1 30 TFSI των 116 ίππων. Τα δύο αυτοκίνητα ακολούθησαν την ίδια διαδρομή περίπου 600 χιλιομέτρων, με το ένα να κινείται σταθερά με 110 χλμ./ώρα και το άλλο με 130 χλμ./ώρα.
Η δοκιμή πραγματοποιήθηκε με ίδιες συνθήκες για τα δύο αυτοκίνητα. Οι πιέσεις των ελαστικών είχαν ελεγχθεί πριν από την εκκίνηση, ενώ ο κλιματισμός ήταν ρυθμισμένος στους 22 βαθμούς Κελσίου. Στόχος ήταν να περιοριστούν όσο το δυνατόν περισσότερο οι παράγοντες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το τελικό αποτέλεσμα.
Τα αποτελέσματα είχαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Το αυτοκίνητο που ταξίδευε με 110 χλμ./ώρα ολοκλήρωσε τη διαδρομή σε 5 ώρες και 37 λεπτά, με μέση ταχύτητα 99 χλμ./ώρα και κατανάλωση 4,55 λτ./100 χλμ. Από την άλλη πλευρά, το αυτοκίνητο που κινήθηκε με 130 χλμ./ώρα χρειάστηκε 4 ώρες και 56 λεπτά για να φτάσει στον προορισμό του, καταγράφοντας μέση ταχύτητα 112 χλμ./ώρα και κατανάλωση 5,32 λτ./100 χλμ. Με άλλα λόγια, ο οδηγός που επέλεξε την υψηλότερη ταχύτητα κέρδισε μόλις 41 λεπτά στο σύνολο της διαδρομής, αλλά κατανάλωσε 16,2% περισσότερο καύσιμο.
Ίσως να μην ακούγεται σημαντική για μία μόνο διαδρομή, όμως η εικόνα αλλάζει όταν μιλάμε για δεκάδες χιλιάδες χιλιόμετρα ετησίως. Ένας οδηγός που διανύει περίπου 20.000 χιλιόμετρα τον χρόνο κυρίως σε αυτοκινητόδρομο μπορεί να εξοικονομήσει πάνω-κάτω 300 ευρώ μόνο μειώνοντας την ταχύτητα ταξιδιού από τα 130 στα 110 χλμ./ώρα.
Βέβαια, η οικονομία δεν είναι το μοναδικό κριτήριο. Η οδήγηση με 110 χλμ./ώρα δεν σημαίνει απαραίτητα και πιο ξεκούραστο ταξίδι. Σε δρόμους με μεγάλη παρουσία φορτηγών, ο οδηγός αναγκάζεται συχνά να πραγματοποιεί προσπεράσεις και αλλαγές λωρίδας, κάτι που μπορεί να αυξήσει την κόπωση. Παράλληλα, σε περιόδους αυξημένης κυκλοφορίας, το πλεονέκτημα της υψηλότερης ταχύτητας συχνά περιορίζεται σημαντικά από έργα, κυκλοφοριακές συμφόρησεις και περιορισμούς ταχύτητας.
Η ταχύτητα δεν είναι όμως ο μοναδικός παράγοντας που επηρεάζει την κατανάλωση στον αυτοκινητόδρομο. Οι μπάρες οροφής, για παράδειγμα, μπορούν να αυξήσουν την κατανάλωση κατά περίπου 7%, ενώ μια αεροδυναμική μπαγκαζιέρα οροφής μπορεί να επιβαρύνει την κατανάλωση κατά περίπου 16%. Σε ακραίες περιπτώσεις, όταν μεταφέρονται ογκώδη αντικείμενα στην οροφή, η επιβάρυνση μπορεί να φτάσει ακόμη και το 40%.
Ακόμη πιο επιβαρυντική είναι η χρήση σχάρας ποδηλάτου στην οροφή. Μετρήσεις έχουν δείξει ότι η κατανάλωση μπορεί να αυξηθεί κατά περισσότερο από 45%, καθώς διαταράσσεται σημαντικά η αεροδυναμική του αυτοκινήτου.
Σημαντικό ρόλο παίζει επίσης ο κλιματισμός. Σε συνθήκες ταξιδιού μπορεί να αυξήσει την κατανάλωση κατά περίπου 10%, αν και τα σύγχρονα συστήματα είναι σαφώς πιο αποδοτικά σε σχέση με το παρελθόν. Οι ειδικοί προτείνουν να αερίζεται πρώτα η καμπίνα όταν το αυτοκίνητο έχει παραμείνει στον ήλιο και στη συνέχεια να ενεργοποιείται ο κλιματισμός με τη λειτουργία ανακύκλωσης αέρα.
Ακόμη και η πίεση των ελαστικών μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμη. Στο πλαίσιο της ίδιας δοκιμής διαπιστώθηκε ότι υποπίεση μόλις 0,5 bar αύξησε την κατανάλωση κατά σχεδόν 7%, επιβαρύνοντας αισθητά το κόστος μετακίνησης.
Τελικά, η επιλογή μεταξύ 110 και 130 χλμ./ώρα είναι περισσότερο θέμα προτεραιοτήτων παρά σωστού ή λάθους. Αν ο στόχος είναι η μέγιστη οικονομία καυσίμου, η χαμηλότερη ταχύτητα αποδεικνύεται σαφώς πιο αποδοτική. Αν όμως ο χρόνος έχει μεγαλύτερη αξία από το επιπλέον κόστος καυσίμου, τότε τα 130 χλμ./ώρα παραμένουν η προφανής επιλογή.
Το βέβαιο είναι ότι η ταχύτητα εξακολουθεί να αποτελεί τον σημαντικότερο παράγοντα που επηρεάζει την κατανάλωση στον αυτοκινητόδρομο. Και με τις σημερινές τιμές των καυσίμων, ίσως αξίζει να το σκεφτούμε λίγο περισσότερο πριν πατήσουμε βαθύτερα το γκάζι.




