Νέα μελέτη του MIT εξετάζει το πραγματικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα των ηλεκτρικών αυτοκινήτων σε ολόκληρο τον κύκλο ζωής τους και δείχνει ότι στις περισσότερες περιοχές των ΗΠΑ οι εκπομπές τους είναι αισθητά χαμηλότερες από εκείνες αντίστοιχων μοντέλων με κινητήρα εσωτερικής καύσης.
Ένα από τα συχνότερα επιχειρήματα στη συζήτηση γύρω από την ηλεκτροκίνηση είναι ότι τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα δεν εξαλείφουν τις εκπομπές, αλλά ουσιαστικά τις μεταφέρουν από την εξάτμιση στις μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας. Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και εξαρτάται από αρκετές παραμέτρους, όπως δείχνει νέα επιστημονική έρευνα στην οποία συμμετείχε το MIT.
Η μελέτη των Marco Miotti και Jessika E. Trancik δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Environmental Research Letters και εξετάζει τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου και το κόστος χρήσης των αμιγώς ηλεκτρικών (BEV), των plug-in hybrid (PHEV) και των αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης. Η ανάλυση αφορά τις ΗΠΑ και συνεπώς τα αποτελέσματά της δεν μπορούν να μεταφερθούν αυτούσια στην Ευρώπη ή σε οποιαδήποτε άλλη αγορά.
Παρά ταύτα, το ενδιαφέρον είναι ότι οι ερευνητές δεν περιορίστηκαν στις εκπομπές που παράγονται κατά την κίνηση του αυτοκινήτου. Χρησιμοποίησαν ανάλυση κύκλου ζωής, λαμβάνοντας υπόψη την παραγωγή των αυτοκινήτων και της μπαταρίας, την ηλεκτρική ενέργεια που απαιτείται για τη φόρτιση, την παραγωγή και κατανάλωση καυσίμων, αλλά και τις διαφορετικές συνθήκες που επικρατούν από περιοχή σε περιοχή.
Το αποτέλεσμα έχει ιδιαίτερη σημασία. Στις περισσότερες περιοχές που εξετάστηκαν, ένα αμιγώς ηλεκτρικό αυτοκίνητο εμφανίζει 40% έως 60% χαμηλότερες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου σε σχέση με ένα αντίστοιχο αυτοκίνητο με κινητήρα εσωτερικής καύσης.
Το ποσοστό αυτό, όμως, δεν είναι σταθερό. Στα ακραία σενάρια που εξέτασε η έρευνα, η μείωση των εκπομπών κυμαίνεται από σχεδόν μηδενική έως και 82%. Αυτό είναι ίσως και το σημαντικότερο στοιχείο της μελέτης, καθώς δείχνει ότι δεν υπάρχει μία απάντηση που να ισχύει για κάθε ηλεκτρικό αυτοκίνητο, κάθε οδηγό και κάθε περιοχή.
Ο σημαντικότερος παράγοντας που διαφοροποιεί τα αποτελέσματα γεωγραφικά είναι το ενεργειακό μείγμα. Ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο που φορτίζει σε μια περιοχή όπου μεγάλο μέρος της ηλεκτρικής ενέργειας προέρχεται από πηγές χαμηλών εκπομπών έχει σαφώς καλύτερο αποτύπωμα από ένα αντίστοιχο που φορτίζει από ένα δίκτυο με μεγάλη συμμετοχή ορυκτών καυσίμων.
Αυτό σημαίνει ότι το επιχείρημα περί «μεταφοράς των εκπομπών από την εξάτμιση στο εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος» περιγράφει μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας. Οι εκπομπές από την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας πράγματι πρέπει να συνυπολογίζονται, όμως ακόμη και όταν αυτό γίνεται, στις περισσότερες περιπτώσεις που εξέτασε το MIT τα BEV εξακολουθούν να έχουν σημαντικό πλεονέκτημα.
Παράλληλα, όσο μειώνονται οι εκπομπές του ηλεκτρικού δικτύου τόσο βελτιώνεται το αποτέλεσμα για τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα που ήδη κυκλοφορούν. Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι με τη σταδιακή απανθρακοποίηση της ηλεκτροπαραγωγής οι διαφορές μεταξύ των περιοχών θα περιορίζονται και το συνολικό όφελος των BEV θα αυξάνεται.
Υπάρχει όμως και ένας παράγοντας που συνήθως περνά σε δεύτερη μοίρα: ο ίδιος ο οδηγός. Η έρευνα δείχνει ότι οι πραγματικές συνήθειες οδήγησης μπορούν να προκαλέσουν τόσο μεγάλη διαφοροποίηση στις εκπομπές και στο κόστος όσο όλοι οι περιφερειακοί παράγοντες μαζί.
Το πόσα χιλιόμετρα διανύει ένα αυτοκίνητο κάθε χρόνο, το μήκος των καθημερινών διαδρομών, το αν κινείται κυρίως μέσα στην πόλη ή σε υπεραστικές διαδρομές και η κατηγορία στην οποία ανήκει επηρεάζουν σημαντικά το τελικό αποτέλεσμα. Αντίθετα, σύμφωνα με τη μελέτη, το τοπικό κλίμα έχει μικρότερη επίδραση από αυτή που συχνά θεωρείται ότι έχει.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τα αποτελέσματα για τα plug-in hybrid. Υπό την προϋπόθεση ότι φορτίζονται τακτικά, τα PHEV μπορούν στις αστικές περιοχές να επιτύχουν περίπου το 80%-90% της μείωσης εκπομπών που προσφέρει ένα αμιγώς ηλεκτρικό αυτοκίνητο. Στις περιοχές της επαρχίας, το αντίστοιχο ποσοστό υποχωρεί περίπου στο 60%.
Η συγκεκριμένη διαπίστωση έχει σημασία επειδή αναδεικνύει πόσο καθοριστικός είναι ο τρόπος χρήσης ενός plug-in hybrid. Η ύπαρξη μιας σχετικά μεγάλης μπαταρίας από μόνη της δεν αρκεί. Για να αξιοποιηθεί το περιβαλλοντικό πλεονέκτημά του πρέπει το αυτοκίνητο να φορτίζεται συστηματικά και να πραγματοποιεί σημαντικό μέρος των διαδρομών του ηλεκτρικά.
Η μελέτη εξετάζει παράλληλα και το οικονομικό σκέλος. Οι τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, της βενζίνης, καθώς και οι τοπικές χρεώσεις επηρεάζουν σημαντικά το συνολικό κόστος ιδιοκτησίας. Οι ερευνητές καταλήγουν ότι σε πολλές περιοχές και για αρκετά προφίλ οδηγών τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, και ιδιαίτερα τα BEV, μπορούν να είναι ανταγωνιστικά ως προς το κόστος απέναντι στα συμβατικά.
Τα αποτελέσματα δεν σημαίνουν ότι κάθε ηλεκτρικό αυτοκίνητο είναι αυτομάτως η περιβαλλοντικά καλύτερη επιλογή ανεξάρτητα από τις συνθήκες. Ούτε η έρευνα υποστηρίζει ότι η ηλεκτροκίνηση δεν έχει περιβαλλοντικό κόστος. Αντίθετα, δείχνει πόσο σημαντικό είναι να εξετάζεται ολόκληρος ο κύκλος ζωής και οι πραγματικές συνθήκες χρήσης αντί να συγκρίνονται αποκλειστικά οι εκπομπές από την εξάτμιση.
Και σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται το βασικό συμπέρασμα της έρευνας. Ακόμη και όταν συνυπολογιστούν η παραγωγή της μπαταρίας, η ηλεκτροπαραγωγή και οι σημαντικές διαφορές ανάμεσα σε περιοχές και οδηγούς, στις περισσότερες περιπτώσεις που εξετάστηκαν στις ΗΠΑ τα αμιγώς ηλεκτρικά αυτοκίνητα εξακολουθούν να εμφανίζουν χαμηλότερες συνολικές εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από τα αντίστοιχα αυτοκίνητα με κινητήρες εσωτερικής καύσης.

