Η μυρωδιά υγρασίας ή μούχλας που εμφανίζεται από τους αεραγωγούς, κυρίως το καλοκαίρι, έχει συνήθως μια απλή εξήγηση και μπορεί σε μεγάλο βαθμό να περιοριστεί με μια μικρή αλλαγή στον τρόπο που χρησιμοποιούμε το A/C.
Είναι από εκείνες τις μυρωδιές που αναγνωρίζεις αμέσως. Μπαίνεις στο αυτοκίνητο, βάζεις μπροστά, ενεργοποιείς τον κλιματισμό και για τα πρώτα λεπτά από τους αεραγωγούς έρχεται μια χαρακτηριστική μυρωδιά υγρασίας, μούχλας ή ακόμη και ξιδιού. Στη συνέχεια συνήθως εξασθενεί, για να εμφανιστεί ξανά την επόμενη φορά που θα χρησιμοποιήσεις το αυτοκίνητο.
Παρότι εύκολα μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι υπάρχει κάποια βλάβη στο σύστημα κλιματισμού, η αιτία βρίσκεται συνήθως σε μια απολύτως φυσιολογική διαδικασία που συμβαίνει κάθε φορά που χρησιμοποιούμε το A/C.
Το βασικό εξάρτημα σε αυτή την περίπτωση είναι ο εξατμιστής. Πρόκειται για έναν εναλλάκτη θερμότητας που βρίσκεται μέσα στη μονάδα κλιματισμού, πίσω από το ταμπλό, και από τον οποίο περνά ο αέρας πριν φτάσει στους αεραγωγούς της καμπίνας.
Όταν λειτουργεί το A/C, το ψυκτικό μέσο που κυκλοφορεί στον εξατμιστή μειώνει σημαντικά τη θερμοκρασία του. Ο θερμότερος αέρας που περνά από τις μεταλλικές επιφάνειές του ψύχεται και, όταν η θερμοκρασία πέσει κάτω από το σημείο δρόσου, μέρος της υγρασίας που περιέχει μετατρέπεται σε σταγόνες νερού πάνω στον εξατμιστή.
Αυτή η συμπύκνωση είναι απολύτως φυσιολογική και αποτελεί τον λόγο που το air condition δεν μειώνει μόνο τη θερμοκρασία αλλά και την υγρασία στην καμπίνα.
Το νερό που δημιουργείται συγκεντρώνεται στο κάτω μέρος της μονάδας κλιματισμού και απομακρύνεται μέσω ενός σωλήνα αποστράγγισης. Γι’ αυτό τις ζεστές ημέρες είναι πολύ συνηθισμένο να βλέπουμε νερό στο έδαφος κάτω από ένα σταθμευμένο αυτοκίνητο που λίγο νωρίτερα λειτουργούσε με το A/C. Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Είναι απλώς το νερό που προέκυψε από τη συμπύκνωση της υγρασίας του αέρα.
Το πρόβλημα με τις οσμές αρχίζει όταν σταματήσουμε το αυτοκίνητο αμέσως μετά τη χρήση του κλιματισμού. Παρότι ένα μεγάλο μέρος του νερού έχει ήδη απομακρυνθεί, οι επιφάνειες του εξατμιστή μπορούν να παραμείνουν υγρές.
Και το σημείο όπου βρίσκεται δεν βοηθά. Ο εξατμιστής είναι κρυμμένος βαθιά πίσω από το ταμπλό, σε ένα σκοτεινό περιβάλλον με περιορισμένη κυκλοφορία αέρα όταν το αυτοκίνητο είναι σβηστό. Καθώς η θερμοκρασία ανεβαίνει ξανά μετά την απενεργοποίηση του A/C, η υγρασία που έχει παραμείνει σε συνδυασμό με σκόνη, γύρη και μικροσκοπικά οργανικά κατάλοιπα δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για την ανάπτυξη μικροοργανισμών.
Βακτήρια και μύκητες μπορούν έτσι να εγκατασταθούν στις επιφάνειες του συστήματος και οι ενώσεις που παράγουν είναι μία από τις βασικές αιτίες της χαρακτηριστικής δυσάρεστης μυρωδιάς. Αυτό εξηγεί και γιατί σε πολλές περιπτώσεις η οσμή είναι εντονότερη αμέσως μετά την ενεργοποίηση του εξαερισμού και σταδιακά περιορίζεται.
Ο εξατμιστής, πάντως, δεν είναι ο μοναδικός πιθανός υπεύθυνος. Πριν φτάσει ο αέρας στην καμπίνα περνά από το φίλτρο καμπίνας, το οποίο συγκρατεί σκόνη, γύρη και άλλους ρύπους. Όσο περνούν τα χιλιόμετρα, το φίλτρο γεμίζει με βρωμιά και, εάν δεν αντικατασταθεί εγκαίρως, μπορεί και το ίδιο να γίνει πηγή δυσάρεστων οσμών.
Γι’ αυτό, όταν η μυρωδιά επιμένει, ένα από τα πρώτα πράγματα που αξίζει να ελεγχθούν είναι η κατάσταση του φίλτρου καμπίνας. Η αντικατάστασή του πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα διαστήματα που προβλέπει ο κατασκευαστής, λαμβάνοντας υπόψη και τις συνθήκες στις οποίες κινείται το αυτοκίνητο. Ένα μοντέλο που κυκλοφορεί συχνά σε περιβάλλον με πολλή σκόνη ή ρύπανση μπορεί να χρειάζεται συχνότερο έλεγχο.
Αν όμως το πρόβλημα έχει ήδη δημιουργηθεί πάνω στον εξατμιστή, η αλλαγή του φίλτρου δεν είναι βέβαιο ότι θα εξαφανίσει τη μυρωδιά. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να χρειαστεί καθαρισμός και απολύμανση του εξατμιστή με προϊόντα και διαδικασία κατάλληλα για το συγκεκριμένο σύστημα.
Υπάρχει όμως και ένας πολύ απλός τρόπος που μπορεί να βοηθήσει προληπτικά και δεν κοστίζει τίποτα. Δύο έως τρία λεπτά πριν φτάσουμε στον προορισμό μας μπορούμε να απενεργοποιήσουμε το A/C, αφήνοντας όμως τον ανεμιστήρα του συστήματος εξαερισμού να συνεχίσει να λειτουργεί. Με τον συμπιεστή εκτός λειτουργίας, ο εξατμιστής σταματά να ψύχεται, ενώ ο αέρας εξακολουθεί να περνά μέσα από τις επιφάνειές του.
Η ροή αυτή βοηθά να εξατμιστεί μέρος της υγρασίας που έχει παραμείνει πάνω στον εξατμιστή πριν σβήσουμε το αυτοκίνητο. Όσο λιγότερη υγρασία παραμένει στο σύστημα για τις επόμενες ώρες, τόσο περιορίζονται και οι συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξη μικροοργανισμών και, κατά συνέπεια, την εμφάνιση της χαρακτηριστικής μυρωδιάς.
Δεν σημαίνει βέβαια ότι δύο ή τρία λεπτά λειτουργίας του ανεμιστήρα θα στεγνώσουν πλήρως τον εξατμιστή σε κάθε αυτοκίνητο και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες. Η εξωτερική θερμοκρασία, η υγρασία και η σχεδίαση του συστήματος παίζουν τον δικό τους ρόλο. Ως καθημερινή συνήθεια, όμως, είναι ένας απλός τρόπος για να μειώνεται η υγρασία που μένει εγκλωβισμένη μετά τη χρήση του κλιματισμού.
Αν η δυσάρεστη οσμή έχει ήδη εγκατασταθεί και εμφανίζεται έντονα κάθε φορά που ανοίγει ο εξαερισμός, η συγκεκριμένη πρακτική δεν αντικαθιστά τον καθαρισμό. Τότε χρειάζεται πρώτα έλεγχος του φίλτρου καμπίνας και, εφόσον το πρόβλημα παραμένει, έλεγχος και καθαρισμός του συστήματος κλιματισμού.
Το βασικό λοιπόν είναι να ξεχωρίζουμε δύο πράγματα που συχνά προκαλούν σύγχυση. Το νερό που βλέπουμε κάτω από το αυτοκίνητο μετά τη λειτουργία του A/C είναι κατά κανόνα φυσιολογικό αποτέλεσμα της συμπύκνωσης. Η επίμονη μυρωδιά υγρασίας από τους αεραγωγούς, από την άλλη, είναι ένα σημάδι ότι το φίλτρο καμπίνας ή το εσωτερικό του συστήματος κλιματισμού χρειάζεται την προσοχή μας.




