Η βεβιασμένη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση απειλεί να βυθίσει την ευρωπαϊκή οικονομία, να τινάξει στον αέρα τη βιομηχανία αυτοκινήτου και να στερήσει την κινητικότητα από εκατομμύρια πολίτες.
Η Ευρώπη δείχνει να πορεύεται με ταχύτητα προς μια σύγκρουση με την ίδια της την πραγματικότητα. Από το 2035, οι πωλήσεις νέων αυτοκινήτων με κινητήρες εσωτερικής καύσης θα απαγορευτούν, με στόχο τη μείωση των εκπομπών CO₂ και την πλήρη μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση. Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική της «πράσινης επανάστασης», διαμορφώνεται ένα σκηνικό που απειλεί να αποδιαρθρώσει μια ολόκληρη ήπειρο.
Η αυτοκινητοβιομηχανία, θεμέλιος λίθος της ευρωπαϊκής οικονομίας, στηρίζει άμεσα ή έμμεσα πάνω από 13 εκατομμύρια θέσεις εργασίας. Από τις μονάδες παραγωγής στη Γερμανία και την Ισπανία έως τα προμηθευτικά δίκτυα της Ιταλίας και της Πολωνίας, εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι κινδυνεύουν να βρεθούν χωρίς αντικείμενο μέσα στα επόμενα δέκα χρόνια.
Οι μεγάλες εταιρείες -Volkswagen, Stellantis, Mercedes, Renault, BMW- προειδοποιούν ότι η μετάβαση δεν μπορεί να γίνει με βίαιο τρόπο, όταν το κόστος παραγωγής ενός ηλεκτρικού μοντέλου παραμένει 30 έως 40% υψηλότερο σε σχέση με ένα συμβατικό.
Την ίδια στιγμή, η ευρωπαϊκή αγορά δεν είναι έτοιμη να απορροφήσει μαζικά ηλεκτρικά αυτοκίνητα. Η έλλειψη υποδομών φόρτισης, οι ανισότητες ανάμεσα στο βορρά και τον νότο, αλλά και το υψηλό κόστος αγοράς συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα.
Ενώ στη Νορβηγία ή στην Ολλανδία το ποσοστό των ηλεκτρικών ξεπερνά το 25%, σε χώρες όπως η Ελλάδα, η Πορτογαλία ή η Πολωνία παραμένει κάτω από το 5%. Η ενεργειακή φτώχεια, οι ακριβοί λογαριασμοί ρεύματος και η αβεβαιότητα γύρω από την προέλευση της ηλεκτρικής ενέργειας κάνουν την εξίσωση ακόμη πιο περίπλοκη.
Η απαγόρευση των θερμικών αυτοκινήτων δεν είναι απλώς τεχνική ή περιβαλλοντική επιλογή· είναι πολιτική απόφαση με τεράστιες κοινωνικές συνέπειες. Αν οι πολίτες της Ευρώπης εξαναγκαστούν να εγκαταλείψουν τα αυτοκίνητά τους χωρίς προσιτές εναλλακτικές, η «πράσινη μετάβαση» θα μετατραπεί σε ταξικό ρήγμα.
Ήδη αρκετές χώρες, όπως η Γερμανία και η Ιταλία, πιέζουν για αναθεώρηση του 2035, ζητώντας ρεαλιστικά χρονοδιαγράμματα και ουδέτερη τεχνολογική προσέγγιση που να περιλαμβάνει τα e-fuels και τα προηγμένα βιοκαύσιμα.
Αν η Ευρώπη δεν επανεξετάσει τη στρατηγική της, κινδυνεύει να παραδώσει τη βιομηχανική της πρωτοκαθεδρία στην Κίνα, η οποία ήδη κυριαρχεί στις μπαταρίες και στα κρίσιμα ορυκτά. Η βιασύνη για απανθρακοποίηση μπορεί τελικά να σημαίνει την αποβιομηχάνιση μιας ολόκληρης ηπείρου. Και τότε, το όραμα για μια «πράσινη Ευρώπη» ίσως μετατραπεί σε εφιάλτη για μια κοινωνία που θα έχει χάσει τόσο την αυτονομία της όσο και την κινητικότητά της.

