Οι φωτοευαίσθητοι ή ηλεκτροχρωμικοί εσωτερικοί καθρέφτες αποτελούν πλέον στάνταρ εξοπλισμό σε πολλά σύγχρονα αυτοκίνητα. Χάρη σε αισθητήρες και ειδικά υλικά μπορούν να σκουραίνουν αυτόματα μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου, περιορίζοντας την ενόχληση από τους προβολείς των αυτοκινήτων που ακολουθούν.
Όσοι έχουν οδηγήσει νύχτα σε αυτοκινητόδρομο γνωρίζουν πόσο ενοχλητικοί μπορούν να γίνουν οι προβολείς ενός αυτοκινήτου που κινείται πίσω τους. Ειδικά όταν πρόκειται για SUV με ψηλά φώτα ή για μοντέλα εξοπλισμένα με ισχυρούς προβολείς LED και Matrix LED, η αντανάκλαση στον εσωτερικό καθρέφτη μπορεί να κουράσει τα μάτια και να μειώσει την άνεση του οδηγού.
Για δεκαετίες η λύση ήταν ένας απλός μηχανικός μοχλός στο κάτω μέρος του καθρέφτη. Με μια κίνηση ο οδηγός άλλαζε τη γωνία του κρυστάλλου, μειώνοντας την ένταση της αντανάκλασης. Σήμερα όμως τη δουλειά αυτή αναλαμβάνουν αυτόματα οι ηλεκτροχρωμικοί καθρέφτες, χωρίς να απαιτείται καμία παρέμβαση από τον οδηγό.
Το σύστημα βασίζεται σε δύο αισθητήρες φωτός και μια μικρή ηλεκτρονική μονάδα ελέγχου που βρίσκεται ενσωματωμένη στο περίβλημα του καθρέφτη. Ο πρώτος αισθητήρας είναι στραμμένος προς το παρμπρίζ και παρακολουθεί τη γενική φωτεινότητα του περιβάλλοντος. Με αυτόν τον τρόπο το σύστημα γνωρίζει αν το αυτοκίνητο κινείται μέρα, νύχτα ή μέσα σε τούνελ.
Ο δεύτερος αισθητήρας είναι στραμμένος προς το πίσω μέρος του αυτοκινήτου και καταγράφει την ένταση του φωτός που φτάνει στον καθρέφτη από τα οχήματα που ακολουθούν.
Η ηλεκτρονική μονάδα συγκρίνει συνεχώς τις δύο μετρήσεις. Αν διαπιστώσει ότι επικρατούν συνθήκες χαμηλού φωτισμού και ταυτόχρονα ανιχνεύσει έντονη φωτεινή πηγή από πίσω, ενεργοποιεί τη λειτουργία σκίασης.
Η πραγματική τεχνολογία κρύβεται στο ίδιο το κρύσταλλο του καθρέφτη. Αντί για ένα απλό γυαλί, οι ηλεκτροχρωμικοί καθρέφτες αποτελούνται από δύο στρώσεις γυαλιού, ανάμεσα στις οποίες βρίσκεται ένα ειδικό ηλεκτροχρωμικό υλικό σε μορφή γέλης ή υγρού.
Όταν η μονάδα ελέγχου δώσει εντολή, εφαρμόζεται πολύ μικρή ηλεκτρική τάση στις αγώγιμες επιστρώσεις του καθρέφτη. Η ηλεκτρική διέγερση προκαλεί μεταβολή στη μοριακή δομή του ηλεκτροχρωμικού υλικού, το οποίο αρχίζει να σκουραίνει σταδιακά.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η σκίαση δεν είναι απλώς ενεργή ή ανενεργή. Το σύστημα μπορεί να προσαρμόζει συνεχώς το επίπεδο σκουρόχρωσης ανάλογα με την ένταση του φωτισμού που ανιχνεύει. Έτσι ένας οδηγός δεν αντιλαμβάνεται απότομα αλλαγές, αλλά μια ομαλή προσαρμογή που μειώνει σημαντικά την καταπόνηση των ματιών.
Μόλις το αυτοκίνητο που ακολουθεί αλλάξει λωρίδα, απομακρυνθεί ή πάψει να προκαλεί έντονη αντανάκλαση, η τάση διακόπτεται. Το ηλεκτροχρωμικό υλικό επιστρέφει στην αρχική του κατάσταση και ο καθρέφτης επανέρχεται σταδιακά στη φυσιολογική διαφάνεια.
Υπάρχει όμως μία περίπτωση όπου το σύστημα απενεργοποιείται σκόπιμα. Όταν ο οδηγός επιλέξει την όπισθεν, η κεντρική μονάδα του αυτοκινήτου στέλνει εντολή στον καθρέφτη να επανέλθει άμεσα στη μέγιστη φωτεινότητα. Ο λόγος είναι προφανής: κατά τους ελιγμούς στάθμευσης απαιτείται η καλύτερη δυνατή ορατότητα προς τα πίσω.
Αν και πρόκειται για μια τεχνολογία που περνά συχνά απαρατήρητη, οι ηλεκτροχρωμικοί καθρέφτες αποτελούν ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η σύγχρονη αυτοκινητοβιομηχανία χρησιμοποιεί αισθητήρες, ηλεκτρονικά συστήματα και προηγμένα υλικά για να βελτιώσει την ασφάλεια και την άνεση στην καθημερινή οδήγηση.




