Ένα χτύπημα στο γκαράζ του πλοίου μπορεί να χαλάσει τις διακοπές πριν καν αρχίσουν (ή όταν τελειώνουν), όμως το ποιος θα πληρώσει τη ζημιά εξαρτάται από το πώς προκλήθηκε το ατύχημα και από τις ασφαλιστικές καλύψεις που υπάρχουν.
Η εικόνα είναι αρκετά συνηθισμένη τους καλοκαιρινούς μήνες. Δεκάδες αυτοκίνητα μπαίνουν σε λίγα λεπτά στο γκαράζ ενός πλοίου, οι αποστάσεις είναι μικρές, οι ελιγμοί γίνονται σε στενούς διαδρόμους και οι οδηγοί ακολουθούν τις οδηγίες του πληρώματος για να σταθμεύσουν όσο το δυνατόν πιο κοντά μεταξύ τους. Ένα μικρό λάθος αρκεί για να ακουστεί το ανεπιθύμητο «κρακ».
Το πρώτο ερώτημα σε μια τέτοια περίπτωση είναι αν εξακολουθεί να ισχύει η ασφάλεια αυτοκινήτου από τη στιγμή που το ατύχημα δεν έγινε στον δρόμο. Η απάντηση δεν εξαρτάται απλώς από το αν το αυτοκίνητο βρίσκεται σε δημόσια ή ιδιωτική έκταση. Το ευρωπαϊκό πλαίσιο για την υποχρεωτική ασφάλιση ορίζει ως «χρήση αυτοκινήτου» τη χρήση που είναι σύμφωνη με τη λειτουργία του ως μέσου μεταφοράς τη στιγμή του ατυχήματος, ανεξάρτητα από τα χαρακτηριστικά του εδάφους και από το αν βρίσκεται σε κίνηση ή όχι.
Στην Ελλάδα, η υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης καλύπτει την ευθύνη που προκύπτει από τη χρήση του ασφαλισμένου αυτοκινήτου. Επομένως, αν κατά την επιβίβαση, την αποβίβαση ή έναν ελιγμό μέσα στο γκαράζ ο οδηγός χτυπήσει άλλο αυτοκίνητο και ευθύνεται για το ατύχημα, ενεργοποιείται καταρχήν η αστική ευθύνη έναντι του τρίτου. Αντίστοιχα, όταν το δικό του αυτοκίνητο χτυπηθεί από άλλο αυτοκίνητο, η απαίτηση στρέφεται κατά του υπαίτιου οδηγού και της ασφαλιστικής του.
Εδώ όμως υπάρχει μια σημαντική διάκριση. Η υποχρεωτική ασφάλιση αστικής ευθύνης δεν σημαίνει ότι καλύπτει αυτομάτως και τη ζημιά του δικού σου αυτοκινήτου όταν είσαι εσύ υπαίτιος. Για μια τέτοια ζημιά απαιτείται να υπάρχει αντίστοιχη προαιρετική κάλυψη στο ασφαλιστήριο, όπως μικτή ασφάλιση ή άλλη κάλυψη ιδίων ζημιών, ανάλογα πάντα με τους όρους, τις εξαιρέσεις και τις απαλλαγές του συγκεκριμένου συμβολαίου.
Τα πράγματα αλλάζουν ακόμη περισσότερο όταν το αυτοκίνητο είναι ήδη σταθμευμένο και η ζημιά δεν προέρχεται από άλλο αυτοκίνητο. Μπορεί, για παράδειγμα, να προκληθεί ζημιά κατά τη διάρκεια ενός ναυτικού συμβάντος, από μετακίνηση στο γκαράζ ή από κάποιο περιστατικό που σχετίζεται με τη θαλάσσια μεταφορά. Σε αυτές τις περιπτώσεις δεν εξετάζεται μόνο το ασφαλιστήριο του αυτοκινήτου, αλλά ενδέχεται να τίθεται και θέμα ευθύνης του θαλάσσιου μεταφορέα.
Ο Κανονισμός (ΕΚ) 392/2009, ο οποίος ενσωματώνει κανόνες της Σύμβασης των Αθηνών για τη μεταφορά επιβατών και των αποσκευών τους διά θαλάσσης, προβλέπει πλαίσιο ευθύνης των μεταφορέων για απώλεια ή ζημιά τόσο σε αποσκευές όσο και σε αυτοκίνητα.
Σύμφωνα με την επίσημη ενημέρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τα δικαιώματα των επιβατών στις θαλάσσιες μεταφορές, όταν ένα αυτοκίνητο χαθεί ή υποστεί ζημιά εξαιτίας ναυτικού συμβάντος μπορεί να υπάρχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον μεταφορέα, μέχρι το προβλεπόμενο από τη σχετική νομοθεσία όριο. Η ευρωπαϊκή ενημέρωση αναφέρει ενδεικτικά ποσό περίπου 15.500 ευρώ για το αυτοκίνητο μαζί με τις αποσκευές που βρίσκονται μέσα σε αυτό, με το ακριβές ποσό να συνδέεται με τα Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα και επομένως να μεταβάλλεται. Η αποζημίωση, πάντως, δεν είναι αυτόματη σε κάθε περίπτωση και ο μεταφορέας μπορεί, ανάλογα με τις συνθήκες του περιστατικού, να αποδείξει ότι δεν είχε υπαιτιότητα.
Γι’ αυτό και το κρίσιμο σημείο μετά από οποιαδήποτε ζημιά μέσα στο πλοίο είναι η καταγραφή της. Δεν έχει νόημα να περιμένει κανείς να φτάσει στον προορισμό του και μετά να προσπαθήσει να αποδείξει τι συνέβη ώρες νωρίτερα. Το πλήρωμα πρέπει να ενημερωθεί άμεσα και είναι σημαντικό να ζητηθεί επίσημη καταγραφή του περιστατικού πριν από την αποβίβαση. Στο αρχικό ενημερωτικό υλικό επισημαίνεται επίσης η ανάγκη συλλογής των στοιχείων του άλλου οδηγού και του ασφαλιστηρίου του, εφόσον εμπλέκεται δεύτερο αυτοκίνητο.
Παράλληλα, οι φωτογραφίες είναι εξαιρετικά χρήσιμες: η θέση των αυτοκινήτων, τα σημεία επαφής, η κατάσταση του γκαράζ και η έκταση της ζημιάς μπορούν να αποδειχθούν κρίσιμα αργότερα. Για ζημιές ή απώλεια αυτοκινήτου που συνδέονται με ναυτικό συμβάν, η ΕΕ συνιστά γραπτή ενημέρωση του μεταφορέα ή του εκπροσώπου του πριν από την αποχώρηση από το πλοίο. Η σχετική αξίωση πρέπει σε κάθε περίπτωση να γνωστοποιηθεί μέσα στις προβλεπόμενες προθεσμίες.
Αν το περιστατικό αφορά σύγκρουση δύο αυτοκινήτων, μετά την αποβίβαση είναι σκόπιμο να ενημερωθεί άμεσα η ασφαλιστική εταιρεία και η υπηρεσία φροντίδας ατυχήματος. Αν όμως το αυτοκίνητο έχει υποστεί ζημιά χωρίς να εμπλέκεται άλλος οδηγός, χρειάζεται έλεγχος τόσο των όρων του ασφαλιστηρίου όσο και των συνθηκών του συμβάντος, καθώς μπορεί να εμπλέκεται η κάλυψη ιδίων ζημιών, ειδική κάλυψη μεταφοράς ή η ευθύνη του ίδιου του θαλάσσιου μεταφορέα.
Το σημαντικότερο, επομένως, είναι να μη θεωρήσει κανείς ότι «μέσα στο πλοίο η ασφάλεια δεν ισχύει», αλλά ούτε και ότι κάθε ζημιά πληρώνεται αυτόματα από την ασφαλιστική ή την ακτοπλοϊκή εταιρεία. Το ποιος τελικά αναλαμβάνει το κόστος εξαρτάται από τον υπαίτιο, τον τρόπο με τον οποίο προκλήθηκε η ζημιά, τις καλύψεις του ασφαλιστηρίου και, όταν υπάρχει περιστατικό που συνδέεται με τη θαλάσσια μεταφορά, από το ειδικό πλαίσιο ευθύνης του μεταφορέα.


