Formula 1: Οι τελευταίες εξελίξεις και ο μαγικός αριθμός 3

Οι εξελίξεις στον κόσμο της Formula 1 είναι ραγδαίες ακόμη και κατά την καλοκαιρινή διακοπή. Στην αρχή ήταν η περίεργη ιστορία της επιβολής αναγκαστικής διαχείρισης στην Force India…

Έπειτα από αίτηση που είχε καταθέσει στα Αγγλικά δικαστήρια ο Sergio Perez, πριν το Ουγγρικό Grand Prix· μια αναπάντεχη τροπή στην πορεία της πιο αποτελεσματικής- ως προς τον λόγο προϋπολογισμoύ/αποτελεσμάτων- ομάδας στο grid. Μετά από σύντομη περιπέτεια που κράτησε κάτι λιγότερο από δύο εβδομάδες ήρθε η επιβεβαίωση της εξαγοράς της ομάδας από τον Lawrence Stroll, γεγονός που εξηγεί τόσο τα κίνητρα πίσω από την ενέργεια του Μεξικανού οδηγού κατά τον προηγούμενο μήνα όσο και το ποιος ενορχήστρωσε από το παρασκήνιο την όλη διαδικασία. Έπειτα είχαμε και την αναπάντεχη ανακοίνωση της μεταπήδησης του Daniel Ricciardo στην Renault για τα επόμενα δύο χρόνια, κάτι που επίσης εξέπληξε το μεγαλύτερο μέρος του paddock. Ας δούμε, όμως, την κάθε περίπτωση ξεχωριστά.

Η Force India και το καρτέλ των δύο μεγάλων…

«Μερικά μέλη ζήτησαν την παρέμβασή μου ώστε να σωθεί η ομάδα και να προστατευτούν οι 400 άνθρωποι που εργάζονται εκεί». Τάδε έφη Sergio Perez, κατά τη διάρκεια του προηγούμενου αγωνιστικού τριημέρου προσπαθώντας να αιτιολογήσει την πρωτοφανή- για οδηγό της F1- άμεση ανάμειξη του στα διοικητικά της ομάδας. Στην δήλωση Perez υπονοείται ότι η Force India βρισκόταν σε εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση η οποία έθετε εν κινδύνω ακόμη και την περεταίρω συμμετοχή της στο πρωτάθλημα, αλλά κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται κοιτώντας τα οικονομικά στοιχεία.

Η Force India μέχρι και τα τέλη Ιουλίου ανήκε στην εταιρία χαρτοφυλακίου Orange India Holdings η οποία με της σειρά της είχε ως μετόχους τους: Vijay Mallya (42,5%), Sahara Group (42,5%) και την Ολλανδικής καταγωγής οικογένεια Mol (15%). Από το συνολικό χρέος της Force India, ύψους περίπου 175 εκατομμυρίων λιρών Αγγλίας τα 150 εκατομμύρια αποτελούσαν εσωτερικό χρέος της ομάδας προς στους μετόχους της, κάτι σύνηθες σε αυτού του είδους τις επιχειρήσεις. Ουσιαστικά ήταν τα χρήματα που είχαν «ρίξει» οι μέτοχοι στην ομάδα από το 2007 όταν και οι Mallya-Mol είχαν αγοράσει την ομάδα της SpykerF1 για 90 εκατομμύρια ευρώ. Άρα μας μένουν 25 περίπου εκατομμύρια λίρες οι οποίες οφείλονταν σε εξωτερικούς πιστωτές.

Τέτοιου είδους πιστωτές ήταν η Mercedes (10 εκ. λίρες), ο χορηγός της ομάδας BWT (5,6 εκ.), η Brockstone- εταιρία συμφερόντων του Sergio Perez- (4,1 εκ.) και η Formtech, εταιρία κατασκευής σύνθετων υλικών, (2 εκ.). Τα παραπάνω νούμερα αν προστεθούν και σε κάποια άλλα μικροποσά που χρωστούσε η ομάδα σε διάφορους προμηθευτές αθροίζουν το συνολικό εξωτερικό χρέος  των 25 περίπου εκατομμυρίων λιρών της Force India. Ο συνολικός προϋπολογισμός της ομάδας ήταν από τους χαμηλότερους στο grid προσεγγίζοντας το ποσό των 100 εκατομμυρίων λιρών Αγγλίας. Φαίνεται, λοιπόν, εξαιρετικά περίεργο το ότι μία εταιρία της οποίας το χρέος μετά βίας αγγίζει το 25% του ετήσιου προϋπολογισμού της εξαναγκάζεται από τους πιστωτές της σε αναγκαστική διαχείριση. Ή μήπως όχι;

Σίγουρα η ομάδα είχε πρόβλημα ρευστότητας καθώς τα τελευταία χρόνια, λόγω ελλείψεως χορηγών, βασιζόταν κυρίως στις πληρωμές της FOM για την λειτουργία της. Επιπλέον, οι δύο μεγαλύτεροι μέτοχοι της ομάδας, Vijay Mallya και Subrata Roy, δεν ήθελαν να επενδύσουν εκ νέου στην FI καθώς αντιμετώπιζαν πολλά νομικά κολλήματα λόγω της διαμάχης τους με την Ινδική δικαιοσύνη. Οπότε το σχέδιο του Mallya ήταν το εξής: Αναζητούμε κάποιον επενδυτή ο οποίος θα θελήσει να μας δανείσει ένα ποσό ικανό να εξασφαλίσει την βιωσιμότητα της ομάδας μέχρι και το 2020, οπότε και η πολυαναμενόμενη επιβολή του budget cap θα αλλάξει τα δεδομένα προς όφελός μας.

Δύο ήταν οι προτάσεις που φημολογείται πώς έφτασαν στα χέρια του Mallya. Η μία προερχόταν από την αμφιβόλου αξιοπιστίας εταιρία ενεργειακών ποτών Rich Energy. Και λέμε αμφιβόλου διότι όσο κι αν ψάξαμε δεν διασταυρώσαμε από πουθενά την διάθεση του προϊόντος της ούτε καν στην Βρετανική αγορά, τη στιγμή που ο εκπρόσωπός της, William Storey- κάνοντας παρέλαση από συγκεκριμένα Βρετανικά μέσα- ισχυριζόταν ότι σύντομα εκείνο θα ανταγωνίζεται το πασίγνωστο προϊόν που παράγει η Red Bull! Επιπλέον, η εταιρία του φέρεται να έχει ιδρυθεί το 2015 και παρουσίασε πέρσι τζίρο ενός εκατομμυρίου λιρών Αγγλίας ενώ η μόνη χορηγία που έχει να επιδείξει μέχρι σήμερα αφορά στην ενίσχυση της γυναικείας ομάδας ποδοσφαίρου της West Ham!

Ο Storey, βέβαια, διατεινόταν ότι πίσω από την εταιρία υπάρχουν τέσσερεις (!) δισεκατομμυριούχοι οι οποίοι θα μπορούσαν εύκολα να διαχειριστούν μία ομάδα της F1. Το όλο σενάριο θυμίζει κάτι περιπτώσεις με απίθανους τύπους εξ ανατολών που έχουν ενδιαφερθεί κατά καιρούς για την εξαγορά Ελληνικών ομάδων ποδοσφαίρου. Άλλωστε η προσφορά των 30 εκατομμυρίων λιρών που φέρεται να κατέθεσε η εταιρία του στον Mallya για την εξαγορά του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της FI απορρίφθηκε από τον Ινδό.

Η δεύτερη προσφορά ήταν σαφώς πιο σοβαρή και προερχόταν από τον πατέρα του Lance Stroll, Lawrence. Ο Καναδός μεγιστάνας της βιομηχανίας μόδας φέρεται ότι προσφέρθηκε να δανείσει ένα σεβαστό ποσό έναντι του 51% των στοιχείων ενεργητικού της ομάδας. Το κίνητρό του, προφανές. Ο Lance Stroll θα μεταπηδούσε στην Force India από την επόμενη σεζόν εξασφαλίζοντας ένα πολύ πιο ανταγωνιστικό μονοθέσιο σε σύγκριση με τις τραγικές φετινές Williams. Ο Mallya φάνηκε στην αρχή θετικός αλλά σύντομα ο Stroll θα απέσυρε την προσφορά του ύστερα από παραινέσεις της νομικής του ομάδας. Ο λόγος ήταν τα μπλεξίματα του Mallya με την Ινδική δικαιοσύνη γεγονός που οι δικηγόροι του Καναδού δισεκατομμυριούχου θεώρησαν ότι θα έθετε σε κίνδυνο τα συμφέροντα του πελάτη τους. Έπρεπε να βρεθεί ένας πιο καθαρός μηχανισμός για την εξαγορά της ομάδας από τον Stroll.

Με την κίνηση Stroll συμφωνούσε και η Mercedes, ομάδα που είναι κάτι παραπάνω από απλός προμηθευτής της Force India. Οι δεσμοί τους είναι πολύ πιο ισχυροί, όπως μαρτυρά και η παρουσία του προστατευόμενου της Mercedes, Ocon από το 2017 εκεί, ενώ φημολογείται ότι μέσω της στενής σχέσης ανάμεσα στους Otmar Szafnauer (COO της FI) και Toto Wolff (δεν χρειάζεται συστάσεις), η στρατηγική των ροζ μονοθεσίων ρυθμίζεται σε αρκετούς αγώνες από το pit wall της Mercedes! Και μιας και αναφέραμε το ροζ χρώμα να υπενθυμίσουμε ότι ο Αυστριακός Wolff φέρεται ως ο άνθρωπος που έφερε την Αυστριακή εταιρία BWT στα μονοθέσια του Mallya από το 2017. Άρα μιλάμε επί της ουσίας για μία από τις δύο «θυγατρικές» ομάδες της Mercedes στο grid- με την Williams να είναι η άλλη- μια συμμαχία στα πρότυπα του συνασπισμού Ferrari-Haas-Sauber.

Έτσι, στα τέλη Ιουλίου η Mercedes καθοδηγεί από το παρασκήνιο τις διαδικασίες για τον πλήρη έλεγχο της Force India. Την Τετάρτη, πριν το Ουγγρικό Grand Prix, η Βαυαρική Formtech καταθέτει αίτηση για εκκαθάριση στην FI για την οποίαν, όμως, ο Mallya λαμβάνει περιθώριο ως τις 22 Αυγούστου από τα Αγγλικά δικαστήρια ώστε να έρθει σε διακανονισμό με τους πιστωτές του. Αυτό, φυσικά, δεν είναι αρκετό για την Mercedes. Έτσι, δύο μέρες μετά η εταιρία Brockstone του Sergio Perez κάνει και εκείνη παρόμοια αίτηση με της Formtech, με αποτέλεσμα να ληφθεί η απόφαση για αναγκαστική διαχείριση από το δικαστήριο. Με την κίνηση του Perez συμφωνεί ανοιχτά η BWT και σιωπηλά η Mercedes. Τα χέρια του Mallya, πλέον, είναι δεμένα και αναγκάζεται έντεκα μέρες αργότερα να συναινέσει χωρίς πολλά στην πρόταση εξαγοράς της ομάδας από ένα κονσόρτσιουμ επενδυτών υπό τον Lawrence Stroll.

Κάποιοι μπορεί να αναρωτηθούν το γιατί η Mercedes να στήσει όλο αυτό το θέατρο ώστε να εξαγοράσει ο Stroll την Force India. Η απάντηση έγκειται φυσικά στον αριθμό 3. Η Mercedes δεν μπορούσε να ρισκάρει την είσοδο κάποιου «ξένου» επενδυτή στην ομάδα ή και την πτώχευση ακόμη της Force India καθώς έτσι θα έχανε μία από τις τρεις ψήφους που έχει στο grid. Τρεις ψήφους έχει και η Ferrari (την δική της, της Haas και της Sauber) με αποτέλεσμα οι συνολικές ψήφοι των Mercedes-Ferrari να είναι έξι από τις δέκα. Συνεπώς, το «καρτέλ» των δύο μεγάλων κατασκευαστών παραμένει αρραγές στις συνεδριάσεις των ομάδων που αφορούν στους τεχνικούς κανονισμούς αλλά και στη διανομή των εσόδων από τα τηλεοπτικά δικαιώματα. Έτσι εξηγείται και η κίνηση των Renault-McLaren ώστε να κηρυχθεί η Force India πτωχευμένη διεκδικώντας μάλιστα και το μερίδιο που της αναλογούσε από τις πληρωμές του 2017. Στην κίνηση αυτή συμμετείχε και η Williams αλλά εκείνη καθαρά για οικονομικούς λόγους καθώς δεν ήθελε να χάσει τα λεφτά του Stroll, πράγμα που θα αυξήσει ακόμη περισσότερο την εξάρτησή της από την Mercedes.

Οι δύο ομάδες-δορυφόροι είναι απαραίτητες, όμως, στις Mercedes-Ferrari και για έναν ακόμη λόγο. Με την επιβολή του budget cap μετά το 2020 να θεωρείται εξαιρετικά πιθανή, οι δύο γίγαντες του grid πρέπει να εξασφαλίσουν με κάποιον τρόπο ένα συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους, καθώς θα έχουν πάντα περισσότερους πόρους προς διάθεση από ότι μια Red Bull ή μια McLaren. Ο φετινός προϋπολογισμός των δύο πρωτοπόρων του πρωταθλήματος ανήλθε σε περίπου 450 εκατομμύρια δολάρια για τον καθένα, όταν των Red Bull-McLaren είναι «μόλις» 350 και 250 εκατομμύρια αντίστοιχα. Εάν το ανώτατο όριο επιβληθεί, όπως φημολογείται, κάπου ανάμεσα στα 150 και τα 200 εκατομμύρια δολάρια, εύκολα προκύπτει ότι εκείνο πολλαπλασιαζόμενο με τον «μαγικό» αριθμό 3 μας οδηγεί σε μία έμμεση διατήρηση του παρόντος status quo. Δεν ήταν τυχαίες, άλλωστε, οι μεταπηδήσεις των Lowe και Resta από τις δύο μεγάλες ομάδες σε «θυγατρικές» τους. Η Mercedes και η Ferrari ήδη κινούνται συντονισμένα για την διατήρηση των προνομίων τους στο σπορ.    

Και ο Sergio Perez; Γιατί δέχτηκε να παίξει το παιχνίδι της Mercedes; Όχι, βέβαια, για χάρη των 400 εργαζομένων στην ομάδα, αλλά για να διατηρήσει τη θέση του στο μπλοκ των Γερμανών, έχοντας, προφανώς, λάβει προηγουμένως τις σχετικές διαβεβαιώσεις. Με τον Stroll να θεωρείται βέβαιος του χρόνου στην Force India και τον Ocon να ανήκει στην Mercedes, ο Μεξικανός έπρεπε να βρει έναν τρόπο ώστε να επιβιώσει για λίγα χρόνια ακόμη στον κόσμο της F1. Λογικά θα μείνει στην Force India για το 2019 αν και δεν έχει υπογράψει μέχρι σήμερα ανανέωση. Η άλλη του επιλογή είναι η Williams, σε περίπτωση που η Mercedes επιμείνει στην διατήρηση του Ocon σε ροζ μονοθέσιο για το 2019. Όπως και να’ χει το πράγμα, ο Sergio θα μπορεί να αισθάνεται ασφαλής για τα επόμενα δύο χρόνια ενώ και η καταβολή των δεδουλευμένων από τον μπαμπά Stroll σίγουρα δεν θα τον στενοχωρήσει… 

Το μεγάλο ρίσκο του Daniel…

Και ενώ όλοι στο paddock θεωρούσαν πώς η ανανέωση της συνεργασίας Red Bull-Ricciardo ήταν απλώς θέμα χρόνου, ο Αυστραλός με μία κίνηση στα πρότυπα πολλών ενεργειών του εντός πίστας, επέλεξε την τελευταία στιγμή να μεταπηδήσει στη Renault. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες ο Daniel είχε συμφωνήσει σε όλα με την προηγούμενη ομάδα του και έμενε μόνο η δική του υπογραφή για την οριστικοποίηση της συμφωνίας. Ωστόσο, υπήρχαν διάφοροι λόγοι που τον έκαναν να ανησυχεί για την μελλοντική του πορεία στην Red Bull.

Το πρώτο είχε να κάνει με την αλλαγή των μονάδων ισχύος της Αυστριακής ομάδας από Renault σε Honda για τα επόμενα δύο χρόνια, τουλάχιστον. Μπορεί ο Horner να προσπαθεί απεγνωσμένα να πείσει την κοινή γνώμη ότι οι δύο PU είναι αντίστοιχης δυναμικότητας (ούτε για αστείο) αλλά σίγουρα δεν έπεισε τον Ricciardo για αυτό. Ο Daniel σίγουρα γνωρίζει και πολλά άλλα μειονεκτήματα των RB14 τα οποία σχετίζονται με το σασί και την αεροδυναμική απόδοση των Αυστριακών μονοθεσίων και τα οποία το στρατόπεδο της Red Bull, όπως είναι φυσικό, δεν θέλει να μοιραστεί με τον έξω κόσμο.

Επιπλέον, να υπενθυμίσουμε ότι ιστορικά η Renault πάντα καταφέρνει στο τέλος να κάνει έναν από τους κορυφαίους ή τον κορυφαίο κινητήρα σε κάθε εποχή του σπορ. Έτσι συνέβη και στην πρώτη turbo εποχή, έτσι συνέβη και με τον V10 των 90s, έτσι συνέβη και με την προηγούμενη γενιά κινητήρων χάρη στην οποίαν η Red Bull είχε κυριαρχήσει με τον Vettel. Επίσης, μελετώντας κανείς τους εννεαετείς κύκλους πλήρους συμμετοχής των Γάλλων στα πρωταθλήματα της F1(1977-1985, 2002-2010) δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσει τα εκπληκτικά επιτεύγματα τους έπειτα από μεγάλες τεχνικές ανακάμψεις. Γιατί ο τελευταίος τους κύκλος που ξεκίνησε το 2016 να αποτελέσει εξαίρεση;

Έπειτα, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί και ο παράγοντας Max Verstappen ο οποίος σίγουρα έπαιξε ρόλο στην τελική επιλογή του Ricciardo. Ο Max έχει επιδείξει εκπληκτική ταχύτητα επικρατώντας μέχρι στιγμής 27-22 σε κατατακτήριες δοκιμές. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι η ψαλίδα φέτος άνοιξε με τον Ολλανδό να είναι 9 φορές στις 12 ταχύτερος από τον teammate του στα δοκιμαστικά. Στους αγώνες, φυσικά, ο Ricciardo είναι πολύ πιο αποτελεσματικός αλλά αυτό καθώς φαίνεται δεν αρκούσε στην Red Bull για να τον χρίσει ως τον νούμερο 1 ακόμη και φέτος, έπειτα από το πολύ κακό ξεκίνημα του Max μέχρι και το Μονακό.

Η δυσαρέσκεια του Daniel με την ομάδα του κορυφώθηκε στο Μπακού έπειτα από την πλήρως μεροληπτική υπέρ του Max στάση των ανθρώπων της Red Bull στην σύγκρουσή των δύο RB14. Εκεί ο Verstappen είχε κάνει την συνηθισμένη και άκρως επικίνδυνη «δεύτερη κίνησή του» στο φρενάρισμα για την πρώτη στροφή με αποτέλεσμα να θέσει και τις δύο Red Bull εκτός αγώνα. Ο Horner τότε δήλωσε πώς η ευθύνη ήταν μοιρασμένη ανάμεσα στους δύο κάτι που όσο κι αν ο Daniel αποδέχτηκε με χαμόγελο δημοσίως, δεν χώνεψε στην πραγματικότητα ποτέ του. Έπειτα, στην Αυστρία ο Ricciardo προσπάθησε να εκβιάσει στα δοκιμαστικά ευνοϊκή μεταχείριση από την ομάδα του αλλά εκείνοι του το αρνήθηκαν. Είχε αρχίζει να γίνεται ξεκάθαρο πλέον ότι η Red Bull μετατρεπόταν αργά αλλά σταθερά σε ομάδα του Verstappen.

Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω γίνονται σαφείς οι λόγοι της απόφασης του Ricciardo. Στην Red Bull μετατρεπόταν σε de facto νούμερο 2 καθώς οι Horner-Marko έμοιαζαν να χτίζουν το μέλλον της ομάδας γύρω από τον Verstappen με αποτέλεσμα ο Daniel να κινδυνεύει να σπαταλήσει τα καλύτερα χρόνια της καριέρας του στη σκιά του νεαρού teammate του. Τον ρόλο αυτόν θα κληθεί να αναλάβει τώρα κάποιος εκ των Gasly-Sainz με τον πρώτο να συγκεντρώνει περισσότερες πιθανότητες τόσο λόγω του ότι έχει ήδη εμπειρία με την Honda ενώ- κυρίως- δεν έχει ξανατρέξει δίπλα στον Verstappen. Αυτό κατά πάσα πιθανότητα οδηγεί τον Sainz στην McLaren.

Το πιο σημαντικό, όμως, για τον Daniel ήταν ότι τα μονοθέσια της Red Bull, έπειτα από ένα πολλά υποσχόμενο 2016, φάνηκε να χάνουν έδαφος κατά τις επόμενες σεζόν σε σχέση με τις Mercedes-Ferrari.  Συνεπώς εξέλιπε ο κυριότερος λόγος που είχε για να μείνει, εκείνος της διεκδίκησής του πρωταθλήματος. Η Renault διαθέτει τους απαραίτητους πόρους, αποκτά συνεχώς το κατάλληλο ανθρώπινο δυναμικό και κυρίως έχει την επιθυμία να κατακτήσει ξανά την κορυφή του σπορ, κλείνοντας ταυτόχρονα κάποια στόματα στο Μίλτον Κέινς. Θα δικαιωθεί η επιλογή του οδηγού με το νούμερο 3; 

Ετικέτες

Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης

Φανατικός οπαδός της Formula 1 από το 1996. Αγνοεί την έκφραση: Βαρετό Grand Prix!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Δείτε επίσης

Close
Back to top button
Close
Close