Η ADAC εξέτασε την ποιότητα αέρα στο εσωτερικό νέων αυτοκινήτων και διαπίστωσε πως η υψηλή θερμοκρασία μπορεί να αυξήσει σημαντικά τις αναθυμιάσεις από πλαστικά και υλικά της καμπίνας.
Η χαρακτηριστική μυρωδιά ενός καινούργιου αυτοκινήτου είναι κάτι που αρκετοί συνδέουν με την αίσθηση του «καινούργιου». Για άλλους, όμως, αποτελεί πηγή προβληματισμού, ειδικά όταν η καμπίνα μυρίζει έντονα πλαστικό, κόλλα ή χημικά υλικά μετά από ώρες στον ήλιο.
Η γερμανική λέσχη ADAC αποφάσισε να εξετάσει πιο προσεκτικά τι πραγματικά συμβαίνει μέσα σε ένα νέο αυτοκίνητο, πραγματοποιώντας ειδικές μετρήσεις αέρα σε συνεργασία με το «Fraunhofer Institute for Building Physics».
Στόχος της έρευνας ήταν να διαπιστωθεί κατά πόσο οι έντονες οσμές συνδέονται με αυξημένες συγκεντρώσεις ουσιών που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την υγεία των επιβατών.
Οι αναθυμιάσεις αυτές προέρχονται κυρίως από υλικά που χρησιμοποιούνται στο εσωτερικό της καμπίνας, όπως πλαστικά, αφρώδη υλικά καθισμάτων, κόλλες, επενδύσεις και βαφές. Οι ειδικοί τις κατατάσσουν στις λεγόμενες πτητικές οργανικές ενώσεις, γνωστές ως VOC.
Σε χαμηλές συγκεντρώσεις συνήθως δεν προκαλούν πρόβλημα. Όταν όμως αυξάνονται σημαντικά, ειδικά σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας, μπορούν να δημιουργήσουν δυσφορία, πονοκέφαλο ή ερεθισμό στα μάτια και στο αναπνευστικό.
Οι μετρήσεις έγιναν σε τρία διαφορετικά σενάρια: σε φυσιολογική θερμοκρασία, σε συνθήκες έντονης ζέστης με προσομοίωση έκθεσης στον ήλιο και με ενεργοποιημένο τον κλιματισμό και τον εξαερισμό.
Η ADAC δοκίμασε τέσσερα νέα μοντέλα διαφορετικών κατασκευαστών: ένα VW Golf eTSI, ένα Dacia Spring, ένα BYD Seal 6 DM-i Touring και ένα Hyundai Kona Hybrid.
Το βασικό συμπέρασμα ήταν μάλλον αναμενόμενο: όσο ανεβαίνει η θερμοκρασία στην καμπίνα, τόσο αυξάνονται και οι συγκεντρώσεις χημικών ουσιών στον αέρα. Σε φυσιολογικές συνθήκες όλα τα αυτοκίνητα παρέμειναν κάτω από τα όρια που θα ισχύσουν στην Ευρώπη τα επόμενα χρόνια για ουσίες όπως η φορμαλδεΰδη.
Όταν όμως τα αυτοκίνητα έμειναν εκτεθειμένα στη ζέστη, οι τιμές ανέβηκαν αισθητά σε αρκετές περιπτώσεις. Σύμφωνα με την ADAC, τα υψηλότερα επίπεδα φορμαλδεΰδης σε συνθήκες υπερθέρμανσης εμφανίστηκαν στο VW Golf eTSI, στο Dacia Spring και στο BYD Seal 6 DM-i Touring.
Η εικόνα άλλαζε σημαντικά μόλις ενεργοποιούνταν ο εξαερισμός ή ο κλιματισμός. Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα οι συγκεντρώσεις μειώνονταν αισθητά, κάτι που δείχνει πόσο σημαντικός είναι ο σωστός αερισμός ειδικά τους θερινούς μήνες.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ένα ακόμη συμπέρασμα της έρευνας: η έντονη μυρωδιά δεν σημαίνει απαραίτητα και αυξημένο κίνδυνο. Στην περίπτωση του Golf, για παράδειγμα, η χαρακτηριστική οσμή παρέμενε αισθητή ακόμη και μήνες αργότερα, παρότι οι πραγματικές συγκεντρώσεις των ουσιών είχαν ήδη μειωθεί σημαντικά.
Από την άλλη πλευρά, η ADAC κατέγραψε ορισμένες επιμέρους διαφοροποιήσεις μεταξύ των μοντέλων. Στο Golf εντοπίστηκαν αυξημένες τιμές βενζολίου, ενώ στο BYD παρατηρήθηκαν υψηλότερες συγκεντρώσεις συγκεκριμένων οργανικών ενώσεων όπως τα ξυλόλια.
Παράλληλα, οι συνολικές τιμές TVOC στο BYD παρέμεναν σχετικά αυξημένες ακόμη και μετά τον αερισμό της καμπίνας, κάτι που οι Γερμανοί ειδικοί θεωρούν ότι χρειάζεται περαιτέρω βελτίωση από τους κατασκευαστές.
Παρόλα αυτά, το γενικό συμπέρασμα της ADAC είναι καθησυχαστικό. Κανένα από τα τέσσερα αυτοκίνητα δεν θεωρήθηκε επικίνδυνο για την υγεία σε φυσιολογικές συνθήκες χρήσης.
Οι ειδικοί πάντως συνιστούν μερικές απλές αλλά σημαντικές κινήσεις στην καθημερινότητα:
να αερίζεται καλά η καμπίνα πριν την επιβίβαση όταν το αυτοκίνητο έχει μείνει στον ήλιο,
να χρησιμοποιείται φρέσκος αέρας αντί ανακύκλωσης και να αποφεύγεται η παραμονή σε υπερθερμασμένο εσωτερικό για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η ADAC συμβουλεύει επίσης όσους αγοράζουν καινούργιο αυτοκίνητο να δίνουν σημασία και στην αίσθηση της καμπίνας κατά τη δοκιμή, καθώς πολλές φορές η έντονη μυρωδιά γίνεται πιο αντιληπτή μετά από αρκετά λεπτά οδήγησης. Και όπως σημειώνουν οι Γερμανοί, αν μια πολύ έντονη χημική οσμή παραμένει για εβδομάδες ή μήνες, τότε ο ιδιοκτήτης καλό είναι να το αναφέρει εγκαίρως στην αντιπροσωπεία.


