Το smartphone μπορεί πλέον να ξεκλειδώνει και να εκκινεί το αυτοκίνητο, όμως πίσω από αυτή τη φαινομενικά απλή διαδικασία συνεργάζονται διαφορετικές ασύρματες τεχνολογίες και προηγμένα συστήματα ασφαλείας.
Το σκηνικό είναι ήδη γνώριμο από αρκετά σύγχρονα μοντέλα. Πλησιάζεις το αυτοκίνητο έχοντας το κινητό στην τσέπη, η πόρτα ξεκλειδώνει και στη συνέχεια μπορείς να ξεκινήσεις χωρίς να ψάξεις για κλειδί. Αυτό που για χρόνια έκανε ένα ξεχωριστό τηλεχειριστήριο μπορεί πλέον να το αναλάβει το smartphone ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμη και ένα smartwatch.
Το ενδιαφέρον είναι ότι το κινητό δεν λειτουργεί απλώς σαν ένα ακόμη τηλεχειριστήριο. Το ψηφιακό κλειδί είναι ουσιαστικά μια ηλεκτρονική πιστοποίηση πρόσβασης, αποθηκευμένη στη συσκευή με τρόπο που επιτρέπει στο αυτοκίνητο να εξακριβώσει ότι απέναντί του βρίσκεται πράγματι ένας εξουσιοδοτημένος χρήστης.
Κάθε φορά που επιχειρείται πρόσβαση ή εκκίνηση πραγματοποιείται ένας νέος έλεγχος ταυτότητας. Το αυτοκίνητο στέλνει ένα διαφορετικό ψηφιακό αίτημα και η εξουσιοδοτημένη συσκευή πρέπει να δώσει τη σωστή κρυπτογραφημένη απάντηση. Επειδή η διαδικασία αλλάζει σε κάθε επικοινωνία, η καταγραφή ενός προηγούμενου σήματος δεν αρκεί από μόνη της για να χρησιμοποιηθεί ξανά.
Παράλληλα, το κρίσιμο κρυπτογραφικό κλειδί δεν μεταδίδεται ασύρματα. Στο smartphone αποθηκεύεται συνήθως σε ένα ειδικά προστατευμένο τμήμα, το λεγόμενο Secure Element, ώστε να είναι πολύ δυσκολότερη η αντιγραφή ή η μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση στα δεδομένα του.
Γιατί όμως χρειάζονται NFC, Bluetooth και UWB για κάτι τόσο απλό όσο το άνοιγμα μιας πόρτας; Η απάντηση είναι ότι κάθε τεχνολογία έχει διαφορετικό ρόλο και τα σύγχρονα συστήματα μπορούν να τις συνδυάζουν.
Το NFC λειτουργεί σε ελάχιστη απόσταση, έως περίπου 4 εκατοστά. Έτσι μπορεί να χρησιμοποιηθεί όταν ο οδηγός φέρνει το smartphone πολύ κοντά σε συγκεκριμένο σημείο του αυτοκινήτου. Η περιορισμένη εμβέλεια αποτελεί από μόνη της ένα πρόσθετο επίπεδο προστασίας, ενώ σε ορισμένες εφαρμογές η συγκεκριμένη λειτουργία μπορεί να παραμείνει διαθέσιμη ακόμη και όταν η μπαταρία του κινητού έχει εξαντληθεί.
Το Bluetooth Low Energy, γνωστό και ως BLE, καλύπτει μεγαλύτερη απόσταση και επιτρέπει στο αυτοκίνητο να αντιλαμβάνεται ότι μια αναγνωρισμένη συσκευή πλησιάζει. Η χαμηλή κατανάλωση ενέργειας το καθιστά κατάλληλο για συνεχή επικοινωνία με το smartphone, ενώ η πιστοποίηση μπορεί να γίνεται σε συνδυασμό και με άλλες ασύρματες τεχνολογίες.
Το UWB, ή Ultra Wideband, προσθέτει μια ακόμη σημαντική πληροφορία: την ακριβή θέση. Σε αντίθεση με τα παλαιότερα Keyless συστήματα, τα οποία ουσιαστικά ελέγχουν αν ένα κλειδί ανταποκρίνεται στο αίτημα του αυτοκινήτου, το UWB μπορεί να προσδιορίσει με ακρίβεια λίγων εκατοστών πού βρίσκεται το smartphone.
Για να γίνει αυτό, ανάλογα με την αρχιτεκτονική του μοντέλου, μπορούν να χρησιμοποιούνται έως και οκτώ κεραίες UWB στο εσωτερικό και το εξωτερικό του αυτοκινήτου. Το σύστημα μετρά τον χρόνο που χρειάζεται το ασύρματο σήμα για να κινηθεί μεταξύ αυτοκινήτου και smartphone και από αυτή την πληροφορία υπολογίζει την απόσταση.
Η συγκεκριμένη δυνατότητα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η συζήτηση περνά στην ασφάλεια. Τα κλασικά Keyless συστήματα έχουν γίνει στόχος των λεγόμενων Relay Attacks. Σε μια τέτοια περίπτωση, οι δράστες επιχειρούν να επεκτείνουν τεχνητά το σήμα ενός κλειδιού που βρίσκεται μακριά από το αυτοκίνητο, για παράδειγμα μέσα στο σπίτι.
Το αυτοκίνητο μπορεί έτσι να παραπλανηθεί και να θεωρήσει ότι το κλειδί βρίσκεται δίπλα του. Με το UWB, όμως, δεν αρκεί απλώς να φτάσει το σωστό σήμα. Επειδή υπολογίζεται και ο χρόνος μετάδοσής του, η πρόσθετη καθυστέρηση που δημιουργείται κατά την αναμετάδοση μπορεί να εντοπιστεί, δυσκολεύοντας σημαντικά μια τέτοια επίθεση.
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε smartphone μπορεί να αντικαταστήσει το κλειδί κάθε σύγχρονου αυτοκινήτου. Οι προϋποθέσεις διαφέρουν ανάλογα με τον κατασκευαστή του αυτοκινήτου και του κινητού. Σε ορισμένες περιπτώσεις η ενεργοποίηση γίνεται μέσω εφαρμογής, ενώ αλλού μπορεί να απαιτείται πρόσθετος κωδικός ή κάρτα NFC. Κατά συνέπεια, πρέπει να υπάρχει συμβατότητα τόσο από την πλευρά του αυτοκινήτου όσο και από εκείνη της φορητής συσκευής.
Η μεγάλη αλλαγή, πάντως, βρίσκεται περισσότερο στη φιλοσοφία παρά στο ίδιο το ξεκλείδωμα της πόρτας. Το παραδοσιακό κλειδί ήταν ένα αντικείμενο που έδινε πρόσβαση στο αυτοκίνητο και επέτρεπε την εκκίνησή του. Το ψηφιακό κλειδί αποτελεί πλέον μέρος ενός ευρύτερου οικοσυστήματος στο οποίο αυτοκίνητο, smartphone και διαδικτυακές υπηρεσίες μπορούν να λειτουργούν μαζί.
Το φυσικό κλειδί δεν πρόκειται να εξαφανιστεί από τη μια μέρα στην άλλη. Η τεχνολογία όμως έχει ήδη φτάσει στο σημείο όπου, σε αρκετά σύγχρονα μοντέλα, μπορεί να παραμένει στην τσέπη ή ακόμη και στο σπίτι. Και όσο το smartphone αποκτά μεγαλύτερο ρόλο στην επικοινωνία μας με το αυτοκίνητο, τόσο περισσότερο το παραδοσιακό κλειδί περνά σταδιακά σε δεύτερο πλάνο.




