Τα αυτοκίνητα γίνονται συνολικά πιο αξιόπιστα, όμως οι μεγάλες οθόνες και το ολοένα πιο σύνθετο λογισμικό φαίνεται πως δημιουργούν έναν νέο πονοκέφαλο για κατασκευαστές και οδηγούς.
Οι μεγάλες οθόνες έχουν γίνει πλέον αναπόσπαστο κομμάτι του εσωτερικού ενός σύγχρονου αυτοκινήτου. Από το ηχοσύστημα και την πλοήγηση μέχρι τον κλιματισμό, τις ρυθμίσεις οδήγησης και πολλές φορές ακόμη και βασικές λειτουργίες, σχεδόν τα πάντα περνούν πλέον μέσα από το infotainment. Μόνο που όσο περισσότερες δουλειές αναλαμβάνει η οθόνη, τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες κάτι να μη λειτουργήσει όπως πρέπει.
Αυτό τουλάχιστον δείχνουν τα τελευταία στοιχεία της J.D. Power, σύμφωνα με τα οποία το infotainment έχει εξελιχθεί με διαφορά στη μεγαλύτερη κατηγορία προβλημάτων που αναφέρουν οι ιδιοκτήτες καινούργιων αυτοκινήτων. Πλέον, ένα στα τέσσερα προβλήματα που καταγράφονται σε νέα μοντέλα σχετίζεται με τα συστήματα πολυμέσων.
Τα στοιχεία προέρχονται από τη Multimedia Quality and Satisfaction Study της J.D. Power, στην οποία συμμετείχαν 78.514 ιδιοκτήτες και χρήστες αυτοκινήτων model year 2026, αφού είχαν περάσει τις πρώτες 90 ημέρες μαζί τους. Τα συστήματα infotainment κατέγραψαν 42,4 προβλήματα ανά 100 αυτοκίνητα, αριθμός που παρέμεινε ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα με την προηγούμενη χρονιά.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της έρευνας. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι τα infotainment γίνονται χειρότερα. Το πρόβλημα είναι ότι σχεδόν όλοι οι υπόλοιποι τομείς ενός σύγχρονου αυτοκινήτου βελτιώνονται σε επίπεδο ποιότητας και αξιοπιστίας, ενώ το multimedia παραμένει στάσιμο. Έτσι, το ποσοστό του στα συνολικά προβλήματα έχει πλέον φτάσει στο 25%.
Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι τα πέντε συχνότερα μεμονωμένα προβλήματα που ανέφεραν οι οδηγοί σχετίζονται πλέον όλα με το multimedia. Οι κατασκευαστές ζητούν από ένα κεντρικό σύστημα να κάνει ταυτόχρονα όλο και περισσότερα πράγματα: σύνδεση με smartphone, streaming, πλοήγηση, φωνητικές εντολές, online υπηρεσίες, κάμερες, ρυθμίσεις του αυτοκινήτου και διαχείριση μιας σειράς ηλεκτρονικών λειτουργιών.
Όλα αυτά ακούγονται ωραία όταν δουλεύουν σωστά. Όταν όμως η οθόνη αργεί να ξεκινήσει, το κινητό αρνείται να συνδεθεί, το σύστημα κολλάει ή χρειάζονται τρία και τέσσερα αγγίγματα για μια απλή ρύθμιση, η τεχνολογία αρχίζει να λειτουργεί εις βάρος της ευκολίας.
Κάπου εδώ μπαίνει στη συζήτηση και η σταδιακή εξαφάνιση των φυσικών διακοπτών. Λειτουργίες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια απαιτούσαν ένα απλό πάτημα ή το γύρισμα ενός περιστροφικού διακόπτη έχουν μεταφερθεί σε μενού και υπομενού της κεντρικής οθόνης. Όταν το αυτοκίνητο είναι σταματημένο, αυτό μπορεί απλώς να είναι ενοχλητικό. Στην οδήγηση όμως μπορεί να σημαίνει ότι ο οδηγός πρέπει να πάρει τα μάτια του από τον δρόμο για περισσότερο χρόνο.
Δεν είναι τυχαίο ότι ορισμένοι κατασκευαστές αρχίζουν ήδη να επανεξετάζουν αυτή τη λογική. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της Volvo, η οποία έχει ήδη παραδεχθεί ότι η αυτοκινητοβιομηχανία έδωσε υπερβολική έμφαση στις οθόνες και σχεδιάζει να επαναφέρει περισσότερους φυσικούς διακόπτες στα επόμενα μοντέλα της.
Το θέμα, βέβαια, δεν περιορίζεται μόνο στην εργονομία. Το λογισμικό ενός σύγχρονου αυτοκινήτου δεν ασχολείται πλέον απλώς με το ραδιόφωνο ή την πλοήγηση. Μέσω αυτού ελέγχονται ο κλιματισμός, τα προγράμματα οδήγησης, οι ρυθμίσεις των συστημάτων υποβοήθησης και πολλές ακόμη λειτουργίες. Αυτό σημαίνει ότι ένα bug ή μια δυσλειτουργία μπορεί να δημιουργήσει πολύ μεγαλύτερη ταλαιπωρία από εκείνη που προκαλούσε κάποτε ένα προβληματικό ηχοσύστημα.
Από την άλλη πλευρά, η λύση δεν είναι να γυρίσουμε δύο δεκαετίες πίσω και να γεμίσουμε ξανά τα ταμπλό με δεκάδες κουμπιά. Ένα γρήγορο και σωστά σχεδιασμένο infotainment μπορεί πράγματι να συγκεντρώσει πολλές λειτουργίες, να απλοποιήσει το εσωτερικό και να κάνει τη χρήση του αυτοκινήτου ευκολότερη.
Το ζήτημα είναι να βρεθεί η σωστή ισορροπία. Οι λειτουργίες που χρησιμοποιούνται συχνά πρέπει να είναι άμεσα προσβάσιμες και οι οθόνες να αναλαμβάνουν εκείνα στα οποία πραγματικά είναι καλύτερες. Και κυρίως, το λογισμικό θα πρέπει να φτάνει στον πελάτη ολοκληρωμένο και σωστά δοκιμασμένο και όχι να περιμένει συνεχόμενες ενημερώσεις για να διορθωθούν προβλήματα.
Γιατί τελικά η μεγαλύτερη οθόνη δεν σημαίνει απαραίτητα και καλύτερο αυτοκίνητο. Και όσο τα μηχανικά μέρη γίνονται πιο αξιόπιστα, τόσο περισσότερο το λογισμικό φαίνεται ότι θα είναι το επόμενο μεγάλο στοίχημα ποιότητας για την αυτοκινητοβιομηχανία.

