Η σωστή θέση οδήγησης δεν προσφέρει μόνο μεγαλύτερη άνεση στις καθημερινές μετακινήσεις, αλλά μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την ασφάλεια, τα αντανακλαστικά και τη σωστή λειτουργία των συστημάτων προστασίας του αυτοκινήτου.
Πριν βάλουμε μπροστά τον κινητήρα, οι περισσότεροι αφιερώνουμε ελάχιστα δευτερόλεπτα για να ρυθμίσουμε το κάθισμα. Συχνά, μάλιστα, οδηγούμε όπως μας… βολεύει, χωρίς να αναρωτηθούμε αν η στάση του σώματός μας είναι η σωστή. Κι όμως, η θέση οδήγησης δεν επηρεάζει μόνο την άνεση. Παίζει καθοριστικό ρόλο στην ασφάλεια, στα αντανακλαστικά, στην αποτελεσματικότητα των χειρισμών και στη σωστή λειτουργία των αερόσακων και της ζώνης ασφαλείας.
Δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι κατασκευαστές αφιερώνουν μεγάλο μέρος της εξέλιξης ενός νέου μοντέλου στην εργονομία της θέσης οδήγησης. Παράλληλα, οργανισμοί όπως η Euro NCAP και επιστημονικοί φορείς εργονομίας επισημαίνουν ότι μία σωστά ρυθμισμένη θέση μπορεί να μειώσει την κόπωση, να αυξήσει τον έλεγχο του αυτοκινήτου και να συμβάλει στην αποφυγή ενός ατυχήματος.
Το πρώτο βήμα είναι η ρύθμιση του ύψους του καθίσματος. Ο οδηγός πρέπει να έχει όσο το δυνατόν καλύτερη ορατότητα προς όλες τις κατευθύνσεις, χωρίς όμως να βρίσκεται πολύ κοντά στην οροφή. Το ιδανικό είναι να απομένουν λίγα εκατοστά μεταξύ του κεφαλιού και της οροφής, ενώ ταυτόχρονα να υπάρχει πλήρης εικόνα του δρόμου και των ορίων του αυτοκινήτου.
Στη συνέχεια ακολουθεί η απόσταση από τα πεντάλ. Πατώντας πλήρως το φρένο –ή τον συμπλέκτη στα χειροκίνητα αυτοκίνητα– το γόνατο δεν πρέπει να τεντώνει εντελώς. Πρέπει να παραμένει ελαφρώς λυγισμένο, περίπου στις 120 μοίρες. Έτσι, ο οδηγός διατηρεί καλύτερο έλεγχο και μπορεί να ασκήσει μεγαλύτερη δύναμη στο φρενάρισμα, χωρίς να καταπονείται.
Εξίσου σημαντική είναι η κλίση της πλάτης. Πολλοί οδηγοί προτιμούν να οδηγούν σχεδόν ξαπλωμένοι, σαν να βρίσκονται στον καναπέ του σπιτιού τους. Η συγκεκριμένη στάση μπορεί να είναι ξεκούραστη για λίγα λεπτά, όμως μειώνει την ακρίβεια στους χειρισμούς, περιορίζει την ορατότητα και αυξάνει τον χρόνο αντίδρασης. Η πλάτη θα πρέπει να βρίσκεται σχεδόν όρθια, σχηματίζοντας γωνία περίπου 100 έως 110 μοιρών με το κάθισμα.
Η σωστή απόσταση από το τιμόνι είναι ένα ακόμη στοιχείο που παραβλέπεται. Όταν ακουμπάμε τους καρπούς στο επάνω μέρος της στεφάνης, οι ώμοι πρέπει να παραμένουν σε επαφή με την πλάτη του καθίσματος. Όταν πιάσουμε κανονικά το τιμόνι, οι αγκώνες πρέπει να είναι ελαφρώς λυγισμένοι, περίπου κατά 20 έως 30 μοίρες. Αν τα χέρια είναι τελείως τεντωμένα, μειώνεται ο έλεγχος του αυτοκινήτου και αυξάνεται η κόπωση.
Η απόσταση από τον αερόσακο είναι επίσης κρίσιμη. Το στήθος πρέπει να απέχει τουλάχιστον 25 έως 30 εκατοστά από το κέντρο του τιμονιού. Αν ο οδηγός κάθεται υπερβολικά κοντά, σε περίπτωση σύγκρουσης η ανάπτυξη του αερόσακου μπορεί να προκαλέσει σοβαρούς τραυματισμούς.
Τα χέρια πρέπει να βρίσκονται στις θέσεις «9 και 3» πάνω στο τιμόνι. Η παλαιότερη σύσταση για τις θέσεις «10 και 2» έχει πλέον εγκαταλειφθεί, καθώς τα σύγχρονα συστήματα αερόσακων λειτουργούν αποτελεσματικότερα όταν τα χέρια βρίσκονται χαμηλότερα. Επιπλέον, η συγκεκριμένη θέση προσφέρει καλύτερη ακρίβεια στις κινήσεις και λιγότερη κόπωση στους ώμους.
Εξίσου σημαντικό είναι να αποφεύγεται η συνήθεια του ενός χεριού στο τιμόνι και του άλλου μόνιμα πάνω στον επιλογέα ταχυτήτων. Σε μια απρόβλεπτη κατάσταση, κάθε κλάσμα του δευτερολέπτου μετρά. Και τα δύο χέρια πρέπει να βρίσκονται στο τιμόνι, ενώ ο επιλογέας χρησιμοποιείται μόνο όταν χρειάζεται αλλαγή σχέσης.
Στα χειροκίνητα αυτοκίνητα, το αριστερό πόδι δεν πρέπει να παραμένει πάνω στο πεντάλ του συμπλέκτη. Η συνεχής πίεση, ακόμη και μικρή, προκαλεί πρόωρη φθορά του μηχανισμού, ενώ αυξάνει και την κόπωση του οδηγού. Το πόδι πρέπει να ξεκουράζεται στο ειδικό υποπόδιο, αριστερά από τα πεντάλ.
Στα αυτόματα αυτοκίνητα, ο κανόνας είναι ακόμη πιο απλός. Το αριστερό πόδι παραμένει συνεχώς στο υποπόδιο και όλα τα πεντάλ χρησιμοποιούνται αποκλειστικά με το δεξί πόδι.
Το προσκέφαλο είναι ένα από τα πιο παραμελημένα στοιχεία του καθίσματος. Η επάνω άκρη του πρέπει να βρίσκεται περίπου στο ίδιο ύψος με το πάνω μέρος του κεφαλιού, ενώ η απόσταση από το κεφάλι δεν θα πρέπει να ξεπερνά λίγα εκατοστά. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται σημαντικά ο κίνδυνος τραυματισμού του αυχένα σε περίπτωση πρόσκρουσης από πίσω.
Εξίσου σημαντική είναι και η σωστή εφαρμογή της ζώνης ασφαλείας. Ο διαγώνιος ιμάντας πρέπει να περνά από το μέσο του ώμου και του θώρακα, ποτέ κάτω από τη μασχάλη ή πίσω από την πλάτη. Ο κάτω ιμάντας πρέπει να ακουμπά στα οστά της λεκάνης και όχι στην κοιλιά.
Αμέσως μετά ακολουθεί η ρύθμιση των καθρεπτών. Ο εσωτερικός πρέπει να προσφέρει πλήρη εικόνα του πίσω παρμπρίζ, ενώ οι εξωτερικοί πρέπει να ρυθμίζονται έτσι ώστε να φαίνεται όσο το δυνατόν μικρότερο μέρος του ίδιου του αυτοκινήτου. Έτσι περιορίζονται τα τυφλά σημεία.
Στα πολύωρα ταξίδια, ακόμη και η ιδανική θέση οδήγησης δεν αρκεί. Οι ειδικοί συνιστούν στάση κάθε περίπου δύο ώρες ή κάθε 150 έως 200 χιλιόμετρα. Λίγα λεπτά περπάτημα και μερικές απλές διατάσεις αρκούν για να μειώσουν σημαντικά την κόπωση και να διατηρήσουν υψηλό το επίπεδο συγκέντρωσης.
Αξίζει επίσης να αφιερώνουμε λίγα δευτερόλεπτα σε έναν γρήγορο αυτοέλεγχο πριν ξεκινήσουμε. Πατάμε πλήρως το φρένο για να επιβεβαιώσουμε ότι το πόδι δεν τεντώνει. Ελέγχουμε ότι οι ώμοι παραμένουν σε επαφή με την πλάτη του καθίσματος, οι καρποί φτάνουν στην κορυφή του τιμονιού, το προσκέφαλο βρίσκεται στο σωστό ύψος και οι καθρέπτες έχουν ρυθμιστεί σωστά.
Η σωστή θέση οδήγησης δεν απαιτεί περισσότερο από ένα λεπτό για να ρυθμιστεί. Μπορεί όμως να κάνει μεγάλη διαφορά στην καθημερινή άνεση, να περιορίσει την κόπωση σε μεγάλες διαδρομές και, κυρίως, να αποδειχθεί καθοριστική τη στιγμή που θα χρειαστεί να αντιδράσουμε άμεσα σε έναν απρόβλεπτο κίνδυνο.




