Η πίεση των ελαστικών μπορεί να πέφτει σταδιακά ακόμη και όταν δεν υπάρχει καρφί ή κάποια εμφανής φθορά. Μέχρι ένα σημείο αυτό είναι φυσιολογικό, υπάρχουν όμως περιπτώσεις στις οποίες η συνεχής απώλεια αέρα χρειάζεται έλεγχο.
Έχει συμβεί στους περισσότερους. Ρυθμίζουμε σωστά την πίεση των ελαστικών και μερικές εβδομάδες αργότερα, χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο κλατάρισμα ή εμφανές τρύπημα, βλέπουμε στο μανόμετρο μικρότερη ένδειξη. Στα πιο σύγχρονα αυτοκίνητα μπορεί να προηγηθεί και η σχετική προειδοποίηση από το σύστημα TPMS, δημιουργώντας την εντύπωση ότι κάποιο λάστιχο έχει πρόβλημα.
Η πραγματικότητα είναι ότι κανένα ελαστικό δεν κρατά τον αέρα για πάντα. Ακόμη και ένα καινούργιο λάστιχο, τοποθετημένο σωστά σε μια άψογη ζάντα, χάνει σταδιακά ένα μικρό μέρος της πίεσής του. Μια απώλεια της τάξης των 0,1 bar τον μήνα μπορεί να θεωρηθεί φυσιολογική, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα συμβαίνει με τον ίδιο ακριβώς ρυθμό σε κάθε αυτοκίνητο και κάτω από όλες τις συνθήκες.
Ο λόγος βρίσκεται στην ίδια την κατασκευή του ελαστικού. Μπορεί εξωτερικά να φαίνεται απολύτως συμπαγές, όμως το καουτσούκ δεν αποτελεί ένα εντελώς αδιαπέραστο υλικό. Τα σύγχρονα tubeless ελαστικά διαθέτουν ειδική εσωτερική στρώση που περιορίζει όσο γίνεται τη διαφυγή του αέρα. Παρ’ όλα αυτά, με την πάροδο του χρόνου πολύ μικρές ποσότητες αέρα μπορούν να περάσουν μέσα από το υλικό και να καταλήξουν στην ατμόσφαιρα.
Υπάρχει όμως και ένας δεύτερος παράγοντας που συχνά δημιουργεί σύγχυση: η θερμοκρασία. Η πίεση του αέρα μέσα στο λάστιχο μεταβάλλεται ανάλογα με τη θερμοκρασία του. Όταν αυτή πέφτει, μειώνεται και η ένδειξη στο μανόμετρο, χωρίς απαραίτητα να έχει χαθεί αντίστοιχη ποσότητα αέρα.
Ως γενικός κανόνας, μια μεταβολή της θερμοκρασίας κατά περίπου 10 βαθμούς Κελσίου μπορεί να αλλάξει την πίεση κατά περίπου 0,1 bar. Αυτός είναι και ο λόγος που με τα πρώτα κρύα του φθινοπώρου ή του χειμώνα μπορεί ξαφνικά να ανάψει η ένδειξη TPMS, παρότι την προηγούμενη ημέρα όλα φαίνονταν φυσιολογικά.
Γι’ αυτό η πίεση πρέπει να ελέγχεται με κρύα ελαστικά και με βάση τις τιμές που ορίζει ο κατασκευαστής του αυτοκινήτου. Συνήθως αυτές αναγράφονται σε αυτοκόλλητο στην κολόνα ή στο πλαίσιο της πόρτας του οδηγού και σε ορισμένα μοντέλα στην τάπα του ρεζερβουάρ. Η μέτρηση αμέσως μετά από αρκετά χιλιόμετρα οδήγησης δεν είναι αντιπροσωπευτική, καθώς η θερμοκρασία του ελαστικού έχει αυξηθεί και μαζί της έχει ανέβει και η πίεση.
Από εκεί και πέρα, αν ένα ελαστικό χρειάζεται συχνά συμπλήρωμα αέρα ή χάνει αισθητά περισσότερο από τα υπόλοιπα, δεν πρέπει να θεωρήσουμε την κατάσταση φυσιολογική. Και αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι υπάρχει καρφί στο πέλμα.
Ένα από τα σημεία που μπορούν να προκαλέσουν αργή διαρροή είναι η βαλβίδα. Στο εσωτερικό της υπάρχει ένας μικρός μηχανισμός στεγανοποίησης, ο οποίος με τα χρόνια μπορεί να φθαρεί ή να επηρεαστεί από βρωμιά και υγρασία. Μια πολύ μικρή διαρροή από εκεί αρκεί για να μειώνεται σταθερά η πίεση χωρίς να γίνεται εύκολα αντιληπτή.
Γι’ αυτό έχει σημασία ακόμη και το μικρό καπάκι της βαλβίδας, το οποίο αρκετοί θεωρούν απλώς διακοσμητικό. Προστατεύει το εσωτερικό της βαλβίδας από νερό, σκόνη και βρωμιά, οπότε καλό είναι να βρίσκεται πάντα στη θέση του.
Ένα ακόμη πιθανό σημείο διαρροής είναι εκεί όπου το ελαστικό εφαρμόζει πάνω στη ζάντα. Για να παραμένει στεγανό το σύνολο, το χείλος του ελαστικού πρέπει να εφάπτεται σωστά σε όλη την περίμετρο. Βρωμιά, οξείδωση της ζάντας, κάποιο μικρό χτύπημα ή μια παραμόρφωση μπορούν να δημιουργήσουν ένα σημείο από το οποίο ο αέρας διαφεύγει πολύ αργά.
Σε αυτή την περίπτωση μπορεί εξωτερικά να μη φαίνεται απολύτως τίποτα. Το λάστιχο απλώς χάνει πίεση ξανά και ξανά. Ο έλεγχος σε βουλκανιζατέρ μπορεί να εντοπίσει τη διαρροή και, εφόσον προέρχεται από την επαφή με τη ζάντα, συνήθως απαιτείται αποσυναρμολόγηση, καθαρισμός της επιφάνειας και σωστή επανατοποθέτηση.
Υπάρχει επίσης το κλασικό αργό τρύπημα. Ένα μικρό καρφί ή μια βίδα μπορεί να παραμένει καρφωμένη στο πέλμα και ταυτόχρονα να περιορίζει τη διαφυγή του αέρα. Έτσι το λάστιχο δεν ξεφουσκώνει μέσα σε λίγα λεπτά, αλλά μπορεί να χρειάζεται συμπλήρωμα κάθε λίγες ημέρες ή εβδομάδες. Αυτός είναι και ο λόγος που ένα ελαστικό που χάνει επανειλημμένα περισσότερη πίεση από τα υπόλοιπα χρειάζεται έλεγχο, ακόμη κι αν δείχνει απολύτως φυσιολογικό.
Το πιο χρήσιμο είναι να παρακολουθούμε τη συμπεριφορά και των τεσσάρων ελαστικών. Αν όλα παρουσιάσουν μια μικρή και σχετικά ομοιόμορφη πτώση μετά από αρκετές εβδομάδες ή έπειτα από σημαντική αλλαγή του καιρού, συνήθως δεν υπάρχει λόγος ανησυχίας. Αν όμως ένα συγκεκριμένο λάστιχο χάνει σταθερά περισσότερο αέρα, τότε υπάρχει μεγάλη πιθανότητα κάποιας μικρής διαρροής.
Ο μηνιαίος έλεγχος της πίεσης παραμένει μία από τις απλούστερες εργασίες συντήρησης του αυτοκινήτου και καλό είναι να γίνεται πάντα πριν από ένα μεγάλο ταξίδι. Η σωστή πίεση δεν αφορά μόνο την πιθανότητα να μείνουμε με ξεφούσκωτο λάστιχο. Επηρεάζει την πρόσφυση, το φρενάρισμα, τη φθορά των ελαστικών και την κατανάλωση. Και όταν ένα λάστιχο ζητά συνεχώς αέρα, το σωστό δεν είναι να το φουσκώνουμε ξανά και ξανά, αλλά να βρούμε γιατί τον χάνει.



