Η Toyota ετοιμάζει μια σημαντική αναβάθμιση της υβριδικής της τεχνολογίας, με έναν ολοκαίνουργιο τετρακύλινδρο κινητήρα 1,5 λίτρων και πιο συμπαγές ηλεκτρικό σύστημα. Στόχος είναι η μείωση της κατανάλωσης κατά περισσότερο από 15%, αλλά και η δημιουργία μιας κοινής πλατφόρμας για υβριδικά, plug-in hybrid και ηλεκτρικά μοντέλα.
Η υβριδική τεχνολογία αποτελεί εδώ και σχεδόν τρεις δεκαετίες ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα της Toyota. Από το πρώτο Prius μέχρι τα σημερινά Yaris, Corolla και RAV4, η ιαπωνική εταιρεία έχει επενδύσει συστηματικά στον συνδυασμό κινητήρα βενζίνης και ηλεκτροκίνησης, δημιουργώντας μια τεχνολογία που εξελίχθηκε σε βασικό πυλώνα των πωλήσεών της.
Τώρα ετοιμάζει το επόμενο μεγάλο βήμα, με ένα εντελώς νέο υβριδικό σύστημα κίνησης που υπόσχεται χαμηλότερη κατανάλωση, μικρότερο βάρος και μεγαλύτερη ευελιξία στην κατασκευή των μελλοντικών μοντέλων της. Το ενδιαφέρον είναι ότι η εξέλιξη αυτή δεν αφορά μόνο τον κινητήρα, αλλά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο θα σχεδιάζονται τα αυτοκίνητα της Toyota τα επόμενα χρόνια.
Στην καρδιά του νέου συστήματος βρίσκεται ένας τετρακύλινδρος βενζινοκινητήρας 1,5 λίτρων, ο οποίος θα προσφέρεται σε ατμοσφαιρική και υπερτροφοδοτούμενη έκδοση. Σε αντίθεση με τη συνήθη πρακτική της προσαρμογής ενός υπάρχοντος κινητήρα σε υβριδική εφαρμογή, η Toyota τον σχεδίασε εξαρχής για να λειτουργεί σε συνδυασμό με ηλεκτροκινητήρες.
Μάλιστα, ο θερμικός κινητήρας, οι ηλεκτροκινητήρες και τα ηλεκτρονικά ισχύος εξελίχθηκαν παράλληλα, ως ένα ενιαίο σύνολο. Έτσι, οι μηχανικοί κατάφεραν να περιορίσουν τις διαστάσεις και το βάρος του συστήματος, μειώνοντας παράλληλα τις απώλειες ενέργειας.
Η ατμοσφαιρική έκδοση του νέου 1.500άρη προορίζεται να καλύψει το εύρος απόδοσης που σήμερα εξυπηρετούν ο τρικύλινδρος κινητήρας 1,5 λίτρων και ο τετρακύλινδρος 1,8 λίτρων. Με άλλα λόγια, ένας νέος τετρακύλινδρος κινητήρας θα μπορεί να αναλάβει τον ρόλο δύο διαφορετικών μηχανικών συνόλων που χρησιμοποιούνται σήμερα σε δημοφιλή υβριδικά μοντέλα της εταιρείας.
Το παράδοξο είναι ότι, παρά τον επιπλέον κύλινδρο, ο νέος κινητήρας έχει μικρότερες εξωτερικές διαστάσεις από τον σημερινό τρικύλινδρο 1.5. Σύμφωνα με τα στοιχεία που είχαν παρουσιαστεί κατά την αρχική ανακοίνωση της νέας οικογένειας κινητήρων, ο όγκος και το ύψος της ατμοσφαιρικής έκδοσης έχουν περιοριστεί περίπου κατά 10%.
Αυτό έχει μεγαλύτερη σημασία από όση φαίνεται αρχικά. Ένας μικρότερος κινητήρας καταλαμβάνει λιγότερο χώρο κάτω από το καπό, επιτρέποντας στους σχεδιαστές να δημιουργήσουν χαμηλότερο εμπρός μέρος και πιο αεροδυναμικό αμάξωμα. Παράλληλα, οι μικρότεροι ηλεκτροκινητήρες, οι μετατροπείς ισχύος και οι μονάδες ελέγχου διευκολύνουν τη συνολική χωροταξική διάταξη.
Όλες αυτές οι αλλαγές συνδέονται με τον βασικό στόχο της Toyota: τη μείωση της κατανάλωσης καυσίμου κατά περισσότερο από 15%. Η βελτίωση αναμένεται να προκύψει από τον περιορισμό των μηχανικών τριβών, την αποτελεσματικότερη θερμική διαχείριση, τις μικρότερες ηλεκτρικές απώλειες και τη χαμηλότερη αεροδυναμική αντίσταση των μελλοντικών αυτοκινήτων.
Προς το παρόν, πάντως, το συγκεκριμένο ποσοστό αποτελεί στόχο εξέλιξης και όχι επιβεβαιωμένη μέτρηση σε μοντέλο παραγωγής. Η πραγματική διαφορά στην κατανάλωση θα εξαρτηθεί και από το αυτοκίνητο στο οποίο θα τοποθετηθεί το νέο σύστημα.
Πέρα από την οικονομία καυσίμου, η σημαντικότερη αλλαγή βρίσκεται ίσως στη νέα αρχιτεκτονική που ετοιμάζει η Toyota. Η λεγόμενη multi-pathway platform σχεδιάζεται ώστε να μπορεί να φιλοξενεί τρεις διαφορετικές τεχνολογίες κίνησης: συμβατικά υβριδικά (HEV), επαναφορτιζόμενα υβριδικά (PHEV) και αμιγώς ηλεκτρικά (BEV).
Μέχρι σήμερα, η διαφορετική χωροταξία ενός ηλεκτρικού αυτοκινήτου και ενός μοντέλου με θερμικό κινητήρα συχνά απαιτούσε σημαντικές διαφοροποιήσεις στην πλατφόρμα. Η Toyota επιδιώκει πλέον να περιορίσει αυτές τις αποκλίσεις, εξελίσσοντας μια κοινή βάση που θα μπορεί να υποστηρίζει και τις τρεις εκδόσεις, χωρίς ουσιαστικούς συμβιβασμούς στους χώρους, στη σχεδίαση ή στις δυνατότητές τους.
Η νέα πλατφόρμα έχει σχεδιαστεί με γνώμονα τις απαιτήσεις ενός αμιγώς ηλεκτρικού αυτοκινήτου, ενώ οι μικρότερες διαστάσεις του υβριδικού συστήματος επιτρέπουν την ενσωμάτωσή του στην ίδια αρχιτεκτονική. Έτσι, ένα μελλοντικό μοντέλο θα μπορεί να προσφέρεται με διαφορετικά συστήματα κίνησης, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό κοινή κατασκευαστική βάση.
Η επιλογή αυτή προσφέρει σημαντικά πλεονεκτήματα και στην παραγωγή. Με περισσότερα κοινά εξαρτήματα και διαδικασίες, η Toyota θα μπορεί να περιορίσει το κόστος εξέλιξης και κατασκευής, ενώ τα εργοστάσιά της θα αποκτήσουν μεγαλύτερη ευελιξία. Αν, για παράδειγμα, αυξηθεί η ζήτηση για υβριδικά σε μια αγορά ή για ηλεκτρικά σε κάποια άλλη, η παραγωγή θα μπορεί να προσαρμόζεται ευκολότερα στις αντίστοιχες ανάγκες.
Πρόκειται για μια επιλογή που συνδέεται άμεσα με τη στρατηγική της Toyota να μην εξαρτάται αποκλειστικά από μία τεχνολογία κίνησης. Η εταιρεία εξακολουθεί να θεωρεί ότι η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση θα πραγματοποιηθεί με διαφορετικούς ρυθμούς ανάλογα με την αγορά, τις υποδομές φόρτισης και τις οικονομικές δυνατότητες των καταναλωτών.
Στο ίδιο πλαίσιο, η νέα οικογένεια κινητήρων εξελίσσεται ώστε να μπορεί να χρησιμοποιεί ανανεώσιμα καύσιμα και καύσιμα ουδέτερου ισοζυγίου άνθρακα, ενώ η Toyota σχεδιάζει να διαθέτει τις νέες τεχνολογίες κινητήρων και υβριδικών συστημάτων και σε άλλους κατασκευαστές.
Αυτό που δεν έχει διευκρινιστεί ακόμη είναι πότε θα περάσει το νέο σύστημα στην παραγωγή και ποιο μοντέλο θα το χρησιμοποιήσει πρώτο. Ένα πιθανό σενάριο είναι να κάνει την εμφάνισή του στην επόμενη γενιά του Corolla, η οποία αναμένεται γύρω στο 2028, χωρίς ωστόσο να υπάρχει σχετική επιβεβαίωση από την Toyota.
Το βέβαιο είναι ότι η ιαπωνική εταιρεία συνεχίζει να επενδύει στην τεχνολογία που την καθιέρωσε ως πρωτοπόρο στα υβριδικά αυτοκίνητα. Με έναν μικρότερο τετρακύλινδρο κινητήρα, πιο αποδοτικό ηλεκτρικό σύστημα και κοινή πλατφόρμα για διαφορετικές μορφές εξηλεκτρισμού, η επόμενη γενιά των υβριδικών Toyota φιλοδοξεί να ανεβάσει ακόμη περισσότερο τον πήχη της οικονομίας καυσίμου.



